Έκθεση για το Μυστρά
Ο ΜΥΣΤΡΑΣ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΩΝ ΠΕΡΙΗΓΗΤΩΝ
Επιμέλεια έκθεσης: Αλίκη Ασβεστά
Μάϊος 2010
Πολλές διαδρομές στην Πελοπόννησο προσελκύουν τους αρχαιόφιλους περιηγητές με προορισμό την αρχαία Σπάρτη, στον Μυστρά: σε μία πολιτεία, όπου στο πέρασμα των αιώνων διάφοροι κυρίαρχοι άφησαν τα ίχνη τους ή και αφαίρεσαν από τον πλούτο και τα κειμήλιά της, αλλά και σε μία πολιτεία που, ως πρωτεύουσα του Δεσποτάτου, προικίστηκε με τα απαραίτητα έργα υποδομής καθώς επίσης και με διοικητικά και εμπορικά κτίρια, που της επέτρεψαν να μείνει ανθηρή για μεγάλο διάστημα μετά την πτώση της στους Τούρκους.
Οι περιηγητές εντυπωσιασμένοι από την ομορφιά του τοπίου του Μυστρά και την ευνοϊκή του θέση που συνδυάζει τον απόκρημνο βράχο και το απέραντο πλάτωμα, την παρατήρηση και την προστασία από το κάστρο αλλά και την θέαση και έκθεση από την εύφορη πεδιάδα μας μεταφέρουν, στα χρόνια της Οθωμανικής και της Βενετικής κυριαρχίας στο κάστρο του, στις εκκλησίες, στις κρήνες, στις πλατείες και τις εμποροπανηγύρεις, στην κατάφυτη πεδιάδα του Ευρώτα, στα σπίτια προυχόντων που διατηρούν υπολείμματα εθνικής συνείδησης, σε μια εύπορη και φιλόξενη εμπορική πολιτεία, αφήνοντας να διαφανούν η εικόνα και ο παλμός της πόλης.
Ο Κυριακός ο Αγκωνίτης ως έμπορος, κυρίως αρχαιοτήτων και χειρογράφων, ταξίδεψε στο πρώτο μισό του 15ου αιώνα, με σκοπό να αγοράσει και να μεταφέρει αρχαιότητες και άλλα πολιτιστικά αγαθά από περιοχές της Ανατολικής Μεσογείου, σε πλούσιους Ιταλούς συλλέκτες, συμβάλλοντας μέσα από ένα ταξίδι όπου διακινούσε ιδέες και αγαθά, στη διάδοση του ουμανιστικού πνεύματος. Ο Κυριακός, ο οποίος συζητούσε με τους λογίους των περιοχών που επισκεπτόταν για αρχαιογνωστικά θέματα , παρέμεινε για μεγάλο διάστημα δύο φορές στον Μυστρά (1437 και κυρίως 1447). Φιλοξενήθηκε στην Παλαιολόγεια αυλή, όπου σύχναζαν Ιταλοί προσκεκλημένοι, περιηγήθηκε την αρχαία Σπάρτη με τον Χαλκοκονδύλη αναζητώντας αρχαίες επιγραφές και συνδέθηκε με τον Πλήθωνα, με τον οποίον συζήτησε και για το χειρόγραφο της Γεωγραφίας του Στράβωνος. Η ταξιδιωτική μαρτυρία του Κυριακού είναι μια ενδεικτική και παραστατική μαρτυρία που εμπλουτίζει τις γνώσεις μας για την διοικητική και οικονομική ιστορία και την πολιτιστική ακτινοβολία του Μυστρά, μακριά από την κεντρική εξουσία, λίγα χρόνια πριν από την πτώση στους Τούρκους.
Στους πρώτους αιώνες της Οθωμανικής κυριαρχίας, ο Μυστράς δεν περιλαμβάνεται στο δρομολόγιο των περιηγητικών αποστολών - διπλωματικών, θρησκευτικών ή άλλων -, που είχαν προορισμό την Κωνσταντινούπολη και τα Ιεροσόλυμα αντίστοιχα. Δεν γίνονται μνείες στην περιοχή, αφού δεν βρίσκεται στη θέαση κατά τη διάρκεια του περάσματός τους από την Πελοπόννησο, αλλά ενδεχομένως δεν τον ξέρουν καν οι περιηγητές, ώστε να γεννήσει κάποια υπενθύμιση ή συνειρμό, που να καταγράψουν στο ημερολόγιό τους όταν πλέουν στις ακτές της Πελοποννήσου.
Ο Μυστράς γίνεται ένας νοερός προορισμός στο ταξιδιωτικό κείμενο του La Guilletiere (1676).
Το χειρόγραφο της Γενναδείου MSS 145, p. 96, αναφέρει και σκιαγραφεί το ταξίδι αυτό με τίτλο: Route de La Guilletière depuis Cerigo jusqu’ à Misitra [Διαδρομή του la Guilletière από τα Κύθηρα στο Μυστρά]. Σύμφωνα με το δημοσιευμένο κείμενο (Georges Guillet de Saint-Georges (La Guilletiere). Lacedemone ancienne et nouvelle: où l’on voit les mœurs, & les coûtumes des grecs modernes; des mahometans, et des juifs des pays: et quelques particularitez du seiour que le sultan Mahomet IV. a fait dans la Thessalie ... par le sieur de la Guilletiere. A Paris: Chez Jean Ribou ..., 1676) ο περιηγητής καταφεύγει στο Μυστρά το 1669, μετά την κατάληψη της Κρήτης από τους Τούρκους. Αν και ο Guilletiere φαίνεται να γνωρίζει κτήρια της περιοχής και τις δραστηριότητες που λαμβάνουν χώρα εκεί, οι ανακριβείς πληροφορίες που δίνει, καθώς και η ταύτιση της αρχαίας Σπάρτης με τον Μυστρά, οδήγησαν σύγχρονούς του περιηγητές και νεώτερους ερευνητές στο συμπέρασμα ότι επρόκειτο για φανταστικό ταξίδι.
Ο συγγραφέας αντλεί πληροφορίες από ιερωμένους Καπουτσίνους στην Αθήνα, αλλά είναι πιθανόν να συλλέγει και πληροφορίες από τις εκθέσεις που συντάσσουν για την τοπογραφία της Πελοποννήσου το 17ο αιώνα Γάλλοι πράκτορες, όταν επισκέπτονται τη Μάνη και σχεδιάζουν την εξέγερση της περιοχής. Βρισκόμαστε σε μια εποχή όπου έχουν εκδοθεί στο Παρίσι τα έργα βυζαντινών ιστορικών και χρονογράφων, με αναφορές στο Μυστρά, αλλά ο Guilletiere δεν αναφέρεται σε αυτά.
Ο Άγγλος έμπορος, Βertrand Randolph, που ζει για χρόνια στην Πελοπόννησο τη δεκαετία του 1670, παρ’ ότι δεν είναι βέβαιο ότι επισκέφθηκε τον Μυστρά, δίνει πληροφορίες που μαρτυρούν γνώση της περιοχής [Bernard Randolph. The present state of the Morea: called anciently Peloponnesus. Which hath been near two hundred years under the Turks dominion; and is now very much depopulated. After several years observation, from 1671 to 1679. London, 1686]. Βρισκόμαστε σε μία εποχή, όπου, τόσο η σύναψη ευνοϊκών εμπορικών διομολογήσεων ανάμεσα στην Αγγλία και στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, όσο και η ίδρυση της μεγάλης εμπορικής εταιρείας Levant Company στην Αγγλία, έχουν σαν αποτέλεσμα την ανάπτυξη μιάς έντονης αγγλικής εμπορικής δραστηριότητας στην Ανατολική Μεσόγειο. Είναι πιθανόν ο Άγγλος αυτός έμπορος να ήταν επιφορτισμένος να συγκεντρώσει οικονομικής φύσεως στοιχεία για την Πελοπόννησο. Για τον Μυστρά σημειώνει ότι είναι η πλουσιότερη και πολυπληθέστερη μετά την Πάτρα πολιτεία της Πελοποννήσου, με πολύ εύφορη πεδιάδα, πολύ μετάξι και τις ωραιότερες κατοικίες.
Σκηνές από την πολιορκία και την κυριαρχία των Βενετών στον Μυστρά (1685 – 1715) αποτυπώνονται σε χαρτογραφικά έργα που απευθύνονται σε Βενετούς αξιωματούχους αλλά και σε ένα ευρύτερο λόγιο κοινό, ενημερώνουν για τις θριαμβευτικές νίκες των Βενετών, ενεργοποιούν τη μνήμη, καθώς υπενθυμίζουν και εξυμνούν ηρωικές πράξεις, αναπτερώνουν το ηθικό και διατρανώνουν την υπεροχή της Βενετίας. Συγχρόνως κατατοπίζουν για την ευρύτερη οργάνωση του χώρου.
Εντοπίζονται και καταγράφονται δημόσια κτήρια και επιδιώκεται - μέσα από μια νοερή περιδιάβαση μαζί με τα γεωγραφικά κείμενα και τις αναφορές των Προβλεπτών - να ενημερωθούν οι Βενετοί για το φυσικό χώρο και τις πλουτοπαραγωγικές πηγές της περιοχής, καθώς και για τα έθιμα και τις ασχολίες των κατοίκων που περνούν στην κυριαρχία τους.
“Misitra olim Sparta a Lacedemone in Morea” [Giovanni Gherardo de Rossi. Teatro della guerra contro il Turco, dove sono le piante e le vedute delle principali città e fortezze dell’ Ungaria, Morea, e d’altre provincie, con gl’ assedii e conquiste fatte ... sotto il felice pontificato di Innocenzo XI. In Roma: Dato in luce da Gio. Giacomo de Rossi, 1687.]
Vincenzo Coronelli. Memorie istoriografiche della Morea, Milano 1687.
Στο περιηγητικό κείμενο του Coronelli, ο οποίος δεν επισκέφτηκε την Ελλάδα, ο Μυστράς παραμένει ταυτισμένος με τη Σπάρτη. Αντίθετα, σε εκθέσεις που είναι αποτέλεσμα αυτοψίας, όπως αυτή του αρχαιογνώστη γιατρού Pini, απεσταλμένου στην Πελοπόννησο, εντοπίζεται και η τοποθεσία της αρχαίας Σπάρτης.
Kατά τη Δεύτερη Ενετοκρατία (1685-1715) η Πελοπόννησος ήταν υπό την διοίκηση ενός Γενικού Προβλεπτή. Μια σημαντική σειρά χαρτών που έγιναν για τον Προβλεπτή Πελοποννήσου Francesco Grimani (1698 – 1701) φυλάσσεται στη Γεννάδειο βιβλιοθήκη.
Pianta de la fοrteza e Borgo di Mestra – Σχέδιο του φρουρίου και του βούργου του Μυστρά.
Αρχείο Grimani, Γεννάδειος Βιβλιοθήκη, Gennadius Library, pl. XXXIV.
Το 18ο αιώνα, πάσης φύσεως αρχαιογνωστικοί, κυρίως, λόγοι προσελκύουν τους περιηγητές (αββά Michel Fourmont, Le Roy, Foucherot, Fauvel και Ansse Villoison) ) στην αρχαία Σπάρτη και άλλες αρχαίες περιοχές της Λακωνίας, σε μια εποχή όπου στη Δύση αναπτύσσεται η έρευνα για την αρχαιότητα και θεσμοθετημένοι φορείς αναθέτουν και χρηματοδοτούν ανασκαφές. Η ερειπωμένη Σπάρτη – πέρα από τους αρχαίους θησαυρούς της – δεν προσφέρει τις στοιχειώδεις απαιτούμενες ανέσεις διαμονής οπότε αναγκαστικά οι ταξιδιώτες καταλύουν και φιλοξενούνται στον γειτονικό Μυστρά, απ’ όπου ετοιμάζουν τις αρχαιολογικές τους δραστηριότητες στις γύρω περιοχές. Ο αββάς Fourmont αναφέρει ότι οι Έλληνες του Μυστρά στάθηκαν εμπόδιο στις ανασκαφικές του επιδιώξεις.
Απεσταλμένος από την Βασιλική Ακαδημία των Επιγραφών και Γραμμάτων του Παρισιού, ο αββάς Michel Fourmont φτάνει το 1730 για ανασκαφές στην αρχαία Σπάρτη την οποία σύλησε για να συγκεντρώσει και να μεταφέρει αρχαία ευρήματα στη Γαλλία. Αναφέρει ότι οι Έλληνες του Μυστρά στάθηκαν εμπόδιο στις ανασκαφικές του επιδιώξεις και παραθέτει τη γνώμη των κατοίκων του Μυστρά, που πίστευαν ότι κάποιος Φράγκος αρχηγός, ονόματι Messire Guillaume έκτισε τα τείχη της πόλης ώστε να μετακινηθούν εκεί οι Σπαρτιάτες που υπέφεραν από λειψυδρία εξαιτίας των Τούρκων .
Λιγότερο φειδωλός στις πληροφορίες για τον Μυστρά από τον Michel Fourmont, ο Γάλλος αρχιτέκτονας Le Roy επισκέπτεται την αρχαία Σπάρτη για να μελετήσει τον δωρικό ρυθμό στα μνημεία της. Χαρτογραφεί την ευρύτερη περιοχή και την απόσταση Μυστρά – αρχαίας Σπάρτης. Ο Le Roy κάνει λόγο για μία ανθηρή πόλη 10.000 κατοίκων κατοικημένη κυρίως από Έλληνες που πληρώνουν μικρό φόρο στους Τούρκους, διατηρούν εμπορικές συναλλαγές με τους Γάλλους, εξάγοντας λάδι και μετάξι, ναυλώνοντας τα εμπορεύματα στον Έλο, τα οποία συνοδεύουν ένοπλοι άνδρες για να μην πέσουν στα χέρια ληστών. [Η πεδιάδα της Σπάρτης, χαλκογραφία του L.J. Le Lorrain από Julien David Le Roy, Les ruines des plus beaux monuments de la Grèce… Paris, 1770.]
O μηχανικός Foucherot (1780) και ο αρχαιόφιλος Fauvel (1780, 1787) επισκέπτονται τον Μυστρά διερευνώντας ζητήματα αρχαίας γεωγραφίας και είναι οι πρώτοι που κάνουν λόγο για τις επιπτώσεις του πολέμου λίγα χρόνια νωρίτερα. Αντικρύζουν την άλλοτε ευημερούσα και πολυπληθή πολιτεία να έχει γίνει στάχτη και περπατούν στα χαλάσματα των κατοικιών. Ο πληθυσμός της πόλης έχει μειωθεί σημαντικά, το εμπόριο έχει μαραζώσει, ωστόσο η εύφορη πεδιάδα που απλώνεται μπροστά από την πόλη γεμάτη μουριές και ελιές λειτουργεί καταπραϋντικά. Περιδιαβαίνοντας ο Fauvel την πόλη παρατηρεί ανάγλυφα και επιτύμβιες στήλες που θεωρεί ότι έχουν μεταφερθεί από τη Σπάρτη. MSS 145, Gennadius Library, p. 94: Environs de Mistra ou de Sparte par M. Foucherot, 1783 [Περίχωρα της Σπάρτης και του Μυστρά από τον M. Foucherot, 1783].
Συνταξιδιώτης του Fauvel σε άλλες αποστολές, ο φημισμένος ελληνιστής Ansse Villoison φτάνει το 1785 στο Μυστρά όπου εντοπίζει αρχαίες επιγραφές στα ερείπια της Περιβλέπτου και της Παντάνασσας. Ο Villoison εξαίρει την τοποθεσία του Μυστρά και τη θέα από το κάστρο δίνοντας μια γλαφυρή περιγραφή. «Η ακρόπολη που με εντυπωσίασε περισσότερο είναι αυτή του Μυστρά, σε μια υπερυψωμένη και επιβλητική θέση. Το σαστισμένο μάτι διατρέχει ένα μεγάλο μέρος της Πελοποννήσου, ξεκουράζεται στην κορυφή του Ταϋγέτου, ακολουθεί το ρου του Ευρώτα, ίπταται στα μεγαλόπρεπα ερείπια της Σπάρτης και πλανάται στην εύφορη πεδιάδα, την κατάφυτη με μουριές, ελιές, πορτοκαλιές... Οι Τούρκοι και οι Έλληνες με διαβεβαίωσαν ότι η ακρόπολη είναι έργο των Ισπανών... δεν προσπάθησα να τους μεταπείσω.» Σύμφωνα με τον Coronelli είναι έργο των Ελλήνων δεσποτών του Μυστρά.
Η πλέον διαδεδομένη διαδρομή προς το Μυστρά είναι αυτή που τον συνδέει με την Τρίπολη. Ο μηχανικός Foucherot που πραγματοποιεί τη διαδρομή, την υπολογίζει σε δώδεκα λεύγες που διανύει σε έντεκα ώρες. Είναι πιθανόν ο ίδιος να δίνει λεπτομερή στοιχεία στο γεωγράφο Jean Denis Barbié du Bocage, προκειμένου να συντάξει το σχέδιο της διαδρομής που περιέχεται στο χειρόγραφο 145 της Γενναδείου Βιβλιοθήκης. Τη διαδρομή αυτή, συνήθως, ακολουθούν οι περιηγητές όταν μεταβαίνουν στην Τρίπολη και εθιμοτυπικά επισκέπτονται τις αρχές, προμηθεύονται τις απαραίτητες άδειες διαδρομής και καταλύματος, εφοδιάζονται συχνά με οδηγούς, άμαξες και με πρακτικές πληροφορίες για τις εξερευνήσεις τους. [MSS 145, Gennadius Library, p. 80: De Tripolizza a Mistra [Από την Τριπολιτσά στο Μυστρά]
Τόπος συστηματικής ανίχνευσης θα γίνει ο Μυστράς στην αυγή του 19ου αιώνα. Οι περιηγητές που επισκέπτονται την αρχαία Σπάρτη ενδιαφέρονται να γνωρίσουν τους ανθρώπους που ζουν κοντά στα ερείπια αυτής της πόλης και να εξετάσουν τις συνθήκες διαβίωσης των κατοίκων της, κυρίως Ελλήνων, μετά τον Ρωσο-Τουρκικό πόλεμο, τις μορφές έκφρασης που προσλαμβάνει η ιδέα της εθνικής ταυτότητας σε μια πόλη, όπου άλλωστε πριν από 350 χρόνια είχε κυοφορηθεί και καλλιεργηθεί η ιδέα αυτή.
Ταυτόχρονα, νέοι πολιτικοί ανταγωνισμοί και συσχετισμοί δυνάμεων, νέες διπλωματικές συμμαχίες διαμορφώνονται με τους ναπολεόντιους πολέμους και την γαλλική διείσδυση και κυριαρχία στα Επτάνησα, με αποτέλεσμα οι Οθωμανοί να στραφούν σε νέες συμμαχίες με τους Βρετανούς, οι οποίοι κάνουν την εμφάνισή τους στο Μωριά.
Ο Άγγλος συνταγματάρχης William Martin Leake που περιηγείται την Πελοπόννησο το 1806 επισκέπτεται το Μυστρά αναζητώντας συμφωνίες εμπορικών συναλλαγών και έρχεται σε επαφή με τοπικούς οικονομικούς παράγοντες. Παραθέτει συγκριτικά στοιχεία για την οικονομική παραγωγή (εξαγωγή) των κύριων προϊόντων του Μυστρά (λάδι, μετάξι) πριν και μετά το Ρωσο-Τουρκικό πόλεμο, στατιστικά στοιχεία για τους κατοίκους, τις εμπορικές διαδρομές που ακολουθούν τα εμπορεύματα, επιδιώκοντας τη σύναψη συμφωνιών σε μια εποχή, όπου το εμπόριο του Μυστρά έχει υποστεί μεγάλη πτώση. Συγχρόνως, εποπτεύει νευραλγικά, στρατηγικά σημεία στον Μυστρά, τόσο τα οχυρωματικά έργα στην ακρόπολη του Μυστρά όσο και τα φυσικά περάσματα ή αδιέξοδα που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για αμυντικούς και επιθετικούς στόχους. Τέλος, δίνει πληροφορίες για την τύχη των κατοίκων της πόλης. Οι Έλληνες του Μυστρά πληρώνουν φόρους στα τζαμιά της Κωνσταντινούπολης, προκειμένου να τους επιτρέπεται να επισκευάσουν τις εκκλησίες τους που έχουν υποστεί καταστροφές, σημειώνει.
Μαζί με τον Leake, τον Μυστρά επισκέπτονται ο Άγγλος αρχαιολόγος και τοπογράφος William Gell (Narrative of a journey in the Morea ... London, 1823) καθώς και ο Ιρλανδός αρχαιολόγος Edward Dodwell, σε ένα ανιχνευτικό αρχαιογνωστικό και τοπογραφικό ταξίδι, που σκοπό έχει τον εντοπισμό και την ταύτιση αρχαίων περιοχών, το σχεδιασμό αρχαίων μνημείων και τη μελέτη επιγραφών, επωφελούμενοι από την εύνοια που δείχνουν οι τοπικοί αξιωματούχοι στους Άγγλους. Στη Λακωνία τους προσελκύει η αναζήτηση και μελέτη αρχαίων επιγραφών, οπότε και φιλοξενούνται στον Μυστρά απ’ όπου σχεδιάζουν τις εξορμήσεις τους. Δίνουν πληροφορίες για τις αντιλήψεις που έχουν οι Έλληνες για την ιστορία τους και εντοπίζουν σκόρπια αρχαία ανάγλυφα και επιγραφές που έχουν μετασκευαστεί και αλλάξει χρήση.
“Misitra, near Sparta, Greece” (c. 1830) – Ο Μυστράς κοντά στη Σπάρτη (περ. 1830) από Edward Dodwell. A classical and topographical tour through Greece, during the years 1801, 1805, and 1806. London, 1819.
William Haygarth. View of Sparta and Mystra – ‘Αποψη της Σπάρτης και του Μυστρά. Σχέδιο σέπια (1810) από τη συλλογή της Γενναδείου Βιβλιοθήκης.
Το 1806 ο πιο υψηλός επισκέπτης στον Μυστρά είναι ο συγγραφέας και μετέπειτα πολιτικός François-René de Chateaubriand. [Itinéraire de Paris à Jérusalem et de Jérusalem à Paris. Paris, 1811]. Φτάνει στο Μυστρά το 1806. Εφοδιασμένος με σχέδια και βιβλία αρχαίων και νέων συγγραφέων σχετικά με την ιστορία της αρχαίας Ελλάδας (και της αρχαίας Σπάρτης) ανεβαίνει στο κάστρο και εξυμνεί από εκεί τη θέα στην Λακεδαιμονία, ενώ παράλληλα επιδιώκει να ξεδιαλύνει όποια τοπογραφικά θέματα παραμένουν ασαφή σχετικά με τη θέση και την απόσταση μεταξύ Μυστρά και Σπάρτης. Επιδίωξή του είναι να περιγράψει τα ερείπια της αρχαίας Σπάρτης. Το κεφάλαιο αυτό του Σατωβριάνδου είναι διαποτισμένο με αναμνήσεις και αναπολήσεις από την αρχαία Σπάρτη και τα κατάλοιπά της, αλλά συγχρόνως στην εξερεύνησή του επιζητά την επικοινωνία με τους ντόπιους, προκειμένου να γνωρίσει τα χαρακτηριστικά αυτής της μικρής οργανωμένης κοινωνίας. Επισκέπτεται την επισκοπική βιβλιοθήκη δίπλα στη Μητρόπολη, από όπου θεωρεί ότι οι Βενετοί επί κυριαρχίας τους μετέφεραν πολύτιμα χειρόγραφα. Η βιβλιοθήκη περιελάμβανε κάποιες ελληνικές μεταφράσεις κλασικών συγγραφέων και ελάχιστους βυζαντινούς. Ξεχωρίζει το έργο του Παχυμέρη με τις πρώτες μνείες στον Μυστρά. Στοιχεία για το εκπαιδευτικό επίπεδο στο Μυστρά για την ίδια χρονιά αντλούμε και από τον Nicolas Biddle, τον πρώτο ίσως Αμερικανό περιηγητή στην Ελλάδα, ο οποίος αναφέρει δύο σχολεία στο Μυστρά.
Στην κορύφωση του ταξιδιού για την ανακάλυψη της αρχαίας Ελλάδας, στις παραμονές της Ελληνικής Επανάστασης, οι περιηγητές ενδιαφέρονται να προβάλλουν το ελληνικό τοπίο, τα μνημεία και τους ανθρώπους στις καθημερινές τους ασχολίες ή άλλες ηθογραφικές σκηνές σε μια άρρηκτη σχέση.
Ο Hugh William Williams στο βιβλίο του Select views in Greece: with classical illustrations (London and Edinburgh, 1829) αποτυπώνει το τοπίο του Μυστρά.
Πολυάριθμες είναι οι πληροφορίες σε κείμενα και εικόνες που οδηγούν στη γενική ομολογία των περιηγητών ότι ο Μυστράς παραμένει μια εύφορη, εμπορική και εν μέρει καλλιεργημένη περιοχή και κοινωνία, που όμως έχει χάσει μεγάλο μέρος του πλούτου της και του πληθυσμού της μετά το 1770. Ωστόσο, όλοι επισημαίνουν την έλλειψη προστασίας που δείχνουν απέναντι στις αρχαιότητες και τον τρόπο που αυτές χρησιμοποιούνται σε πρακτικές ανάγκες των καθημερινών ασχολιών τους. Όλοι αποδίδουν την ευνοϊκή τοποθεσία, τον πλούτο και την εναλλαγή του τοπίου, που προσφέρει το βουνό και η πεδιάδα, η απομόνωση και η προστασία, στο κάστρο, το απέραντο άπλωμα στην πεδιάδα, ο δομημένος και ο φυσικός χώρος.
Η γραφίδα και ο χρωστήρας του Εσθονού καλλιτέχνη Otto Stackelberg [O. M. Baron von Stackelberg. La Grèce: vues pittoresques et topographiques dessinées par O. M. baron de Stackelberg. Paris: Osterwald, 1834] αποδίδουν την περιοχή, από τη μοναχική ακρόπολη ως την πεδιάδα, που ο Stachelberg με τις αρχαιόφιλες εκφράσεις του παρομοιάζει με απέραντο στάδιο. Λίγο σχηματικά, μπορούμε να σημειώσουμε ότι ο απέραντος αυτός χώρος της πεδιάδας προσφέρεται και προσλαμβάνεται ως χώρος καλλιέργειας και ανάπτυξης, άσκησης, έκθεσης και αξιοποίησης πολλών δεξιοτήτων και δραστηριοτήτων.
“Plaine de l’ Eurotas vue de Mistra” – Η πεδιάδα του ποταμού Ευρώτα από το Μυστρά
Η ανακάλυψη και η έκδοση το 1825 από τον Buchon του Χρονικού του Μορέως, εποποιία για την περίοδο της Φραγκοκρατίας στην Ανατολή που εμπλουτίζει με νέες προσεγγίσεις και αναγνώσεις το Δυτικό Μεσαίωνα, ανοίγει νέους ορίζοντες για το ταξίδι στην Πελοπόννησο. Πολλοί Γάλλοι περιηγητές επιθυμούν να πατήσουν σε αυτή τη μακρινή πατρίδα και άλλοτε κτήση τους και να αναγνωρίσουν στα φραγκικά έργα και κατάλοιπα τη συμβολή των συμπατριωτών τους στην οικοδόμηση του νέου Ελληνισμού.
Η έκδοση του Χρονικού του Μορέως νομιμοποιεί και με ένα ιστορικό έρεισμα τη Γαλλική Επιστημονική Αποστολή στον Μοριά, η οποία χρησιμοποιώντας αυτή την αίσθηση του δεσμού που τη συνδέει με τη Φραγκοκρατία – όπως καταγράφεται στο κείμενο του Bory de Saint Vincent –αποβιβάζεται στην Πελοπόννησο το καλοκαίρι του 1829 για να πραγματοποιήσει το πολυδιάστατο έργο της: χαρτογράφηση, απεικονίσεις, αποτύπωση, αναδιοργάνωση και συστηματική μελέτη της περιοχής.
Bory de Saint-Vincent (Jean Baptiste Geneviève Marcellin). Expédition de Morée. Paris & Strasbourg, 1836.
Τα ανάγλυφα που σχεδιάζει ο Guillaume-Abel Blouet είχαν τραβήξει την προσοχή πολλών περιηγητών από το 19ο αιώνα. Ωστόσο, ο Μυστράς αρχίζει να παρακμάζει. Ήδη έχει υποστεί τις καταστροφικές ζημιές του πολέμου (1825).
Η επιλογή να οικοδομηθεί η Σπάρτη σύμφωνα με τα πολεοδομικά σχέδια της Αποστολής του Μοριά, υποδηλώνει τις ιδεολογικές προτεραιότητες του νεοσύστατου ελληνικού βασιλείου και σημαίνει την παρακμή του Μυστρά. Ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού και δραστηριότητες μεταφέρονται από το Μυστρά στη Σπάρτη.
Μια πρώτη μνεία στο Μυστρά ως πόλη συναντάμε στη δεύτερη έκδοση του έργου του F. L. Pouqueville Voyage de la Grèce (Paris, 1826) όπου πιθανολογεί ότι είναι φραγκικής προέλευσης. O Buchon (1840) και λίγο αργότερα ο δούκας της Ορλεάνης Montpensier, αφιερώνουν χρόνο στην επίσκεψη του Μυστρά μελετώντας τις φραγκικές καταβολές του. Επισκέπτονται, επίσης, και περιγράφουν διεξοδικά τις βυζαντινές εκκλησίες, που είχαν αφήσει ασυγκίνητους τους αρχαιόφιλους Δυτικούς περιηγητές λίγες δεκαετίες νωρίτερα.
“Eglise byzantine à Mistra” - Βυζαντινή εκκλησία στο Μυστρά
Λιθογραφία του De Sinety από το βιβλίο του Antoine de Latour Voyage de S.A.R. Monseigneur le Duc de Montpensier à Tunis, en Egypte, en Turquie et en Grèce. Album dessiné par M. de Sinety. Lithographié par Mrs. Bayou, Dauzats, Guiaud, Mayer et Sabatier. Paris, [1847]
“Pont sur l’ Eurotas” - Γέφυρα στον ποταμό Ευρώτα. Λιθογραφία του De Sinety από το ίδιο έργο.
Έχει διατυπωθεί, πως το τοπίο αντανακλά τον διανοητικό χάρτη μίας κοινωνίας: με μια διττή έννοια δηλαδή θεωρούμε, πως το τοπίο α ) εμπνέει και προσφέρει υλικά με τις αστείρευτες πλουτοπαραγωγικές πηγές του, λειτουργώντας άλλοτε ως φυσικό όριο, άλλοτε ως κόμβος επικοινωνίας και β) προσλαμβάνεται πολυδιάστατα, ιστορικά, ποιητικά και κυρίως υλικά, μέσα από την ανθρώπινη παραγωγική αξιοποίηση. Αυτή την οπτική διακρίνουμε στο έργο του William Linton, The scenery of Greece and its islands. Illustrated by fifty views, sketched from nature, executed on steel, and described en route, with a map of the country (London: published by the artist, 1856). Στην περίπτωση της περιοχής του Μυστρά, δεσπόζει ο επιβλητικός όγκος του Ταΰγετου και η περιοχή του κάστρου του ξεχωρίζει και προβάλλει ως χώρος διαφύλαξης και ανάδειξης ενός θησαυρού.
Ο Άγγλος ζωγράφος William Linton (1791-1876) ταξίδεψε στην Ελλάδα τη δεκαετία του 1850 όπου σχεδίασε ονειρικά τοπία, με ιδιαίτερη γεωμορφία που οποία παραπέμπει σε σκηνές και σύμβολα της Ελληνικής ιστορίας και μυθολογίας. Το έργο του γνώρισε θερμή υποδοχή στην Αγγλία.
Ακολουθώντας τυπικά ρομαντικά πρότυπα, το μοτίβο που επανέρχεται σε πολλά έργα του είναι ο μοναχικός ταξιδιώτης που ακολουθώντας μία δύσβατη και ριψοκίνδυνη διαδρομή βρίσκει ένα μονοπάτι που οδηγεί σε μια βουνοκορφή. Ο απόκρημνος Ταΰγετος προσφέρεται για αυτή την πορεία.

