Ερευνητές της Γενναδείου

Bejamin Anderson

Πανεπιστήμιο Cornell

Το Voyage Pittoresque de la Syrie του Louis Francois-Cassas, τόμος 2, πιν. 56.

Ο Ναός της Αφροδίτης στη Μπάαλμπεκ, στον σημερινό Λίβανο, ξεχωρίζει για την ασυνήθιστη κυκλική κάτοψή του. Όταν ο Βρετανός λόγιος Robert Wood επισκέφθηκε τον χώρο το 1751, παρατήρησε ότι «ο κατώτερος, ιωνικός όροφος έχει σήμερα μετατραπεί σε ελληνική (Βυζαντινή;) εκκλησία και έχει διαχωριστεί για τον σκοπό αυτό από τον ανώτερο, κορινθιακό όροφο». Στην έκδοση που δημοσίευσε το 1758 για το μνημείο, συμπεριέλαβε και μια άποψη αυτού του ιδιότυπου ναού-εκκλησίας, επισημαίνοντας τόσο τον νεότερο τοίχο που είχε κατασκευαστεί για να εξυπηρετεί τη λατρεία όσο και τα σπίτια που τον περιέβαλλαν. Ο Ιωάννης Γεννάδιος είχε στη συλλογή του την επανέκδοση του έργου αυτού του 1827.

Λίγες δεκαετίες αργότερα, όμως, η εικόνα αλλάζει. Η άποψη που δημοσίευσε ο Γάλλος καλλιτέχνης Louis-François Cassas, βασισμένη στο ταξίδι του το 1785, δεν δείχνει ούτε τον τοίχο ούτε τα γειτονικά σπίτια — και δεν κάνει καμία αναφορά σε εκκλησία. Τι είχε συμβεί μέσα σε αυτά τα τριάντα χρόνια; Είχε εγκαταλειφθεί ο χώρος λατρείας ή μήπως ο Cassas «καθάρισε» το τοπίο για να ταιριάξει καλύτερα στη ρομαντική αισθητική της εποχής του;

Σε κάθε περίπτωση, το γεγονός ότι στη συλλογή του Ιωάννη Γενναδίου υπήρχαν τόσο το έργο του Wood όσο και εκείνο του Cassas αποκαλύπτει το εύρος της σκέψης του. Η αντίληψή του για τον Ελληνισμό δεν περιοριζόταν γεωγραφικά στο Αιγαίο ούτε αισθητικά στην κλασική παράδοση· χωρούσε και το ρομαντικό πνεύμα, αγκαλιάζοντας διαφορετικές εποχές, τόπους και τρόπους κατανόησης του παρελθόντος. 

Φιόνα Αντωνελάκη

Μεταδιδακτορική Ερευνήτρια, ΕΚΠΑ

«Δίσκος βινυλίου 78 στροφών: Απαγγελία από τον Άγγελο Σεφεριάδη», Αρχείο Κωνσταντίνου Τσάτσου, Σειρά VIII, Φάκελος A

Τα τελευταία δέκα και πλέον χρόνια, στο πλαίσιο της έρευνάς μου στα αρχεία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας της Αμερικανικής Σχολής που φυλάσσονται στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη, έχω εστιάσει ιδιαίτερα στα ηχητικά τεκμήρια των συλλογών: δίσκους βινυλίου, μαγνητοταινίες, κασέτες. Στο Αρχείο Κωνσταντίνου Τσάτσου, είχα τη χαρά να εντοπίσω έναν αχρονολόγητο δίσκο 78 στροφών, ηχογραφημένο από τον γαμπρό του Τσάτσου, τον Άγγελο Σεφεριάδη (1905–1950) — νεότερο αδελφό της Ιωάννας Τσάτσου (1904–2000) και του σπουδαίου ποιητή Γιώργου Σεφέρη (1900–1971). Το 1967, ο Σεφέρης συγκέντρωσε και εξέδωσε τα ποιήματα που είχαν απομείνει από το έργο του αγαπημένου του αδελφού, με τον τίτλο «Σήμα».

Η ηχογράφηση περιλαμβάνει την απαγγελία των ποιημάτων «Μεσολογγίτικο» και «Ανοιξιάτικη βροχή» του Μιλτιάδη Μαλακάση (1869–1943), καθώς και το πεζό κείμενο «Ο Μικρός Τυμπανιστής» (αγνώστου συγγραφέα), το οποίο είχε συμπεριληφθεί σε ελληνικό σχολικό εγχειρίδιο που εκδόθηκε το 1947.

Η συγκεκριμένη ηχογράφηση αποτελεί πολύτιμο τεκμήριο για τη μελέτη της προσωδίας και του τρόπου απαγγελίας της εποχής, ενώ επιβεβαιώνει ότι τα ποιήματα του Μαλακάση ήταν ιδιαίτερα δημοφιλή ως κείμενα προς απαγγελία. Παράλληλα, φωτίζει μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ιστορία από τα πρώτα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου: μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν ο Άγγελος Σεφεριάδης έφυγε από την Ελλάδα για τις Ηνωμένες Πολιτείες, δυσκολεύτηκε να βρει δουλειά στη Νέα Υόρκη, καθώς είχε κατηγορηθεί ως κομμουνιστής. Τελικά, ο χαρισματικός αυτός άνθρωπος προσλήφθηκε ως καθηγητής ελληνικής γλώσσας στη Σχολή Γλωσσών του Αμερικανικού Στρατού στο Μοντερέι της Καλιφόρνιας, όπου εργάστηκε μέχρι τον πρόωρο θάνατό του το 1950.

Η ηχογράφηση μάς μεταφέρει στα τελευταία χρόνια της ζωής του ως μετανάστη· όλα δείχνουν ότι ο δίσκος χρησιμοποιήθηκε ως διδακτικό υλικό για να συνοδεύει τα μαθήματά του. Μάλιστα, από την προκαταρκτική έρευνα προκύπτει ότι η Σχολή Γλωσσών του Στρατού διέθετε στούντιο ηχογράφησης εξοπλισμένο με «σύγχρονο, προηγμένης τεχνολογίας εξοπλισμό παραγωγής φωνογραφικών δίσκων». 

Top of Form

 

Bottom of Form

Αλίκη Ασβεστά

Ιστορικός, Πρόγραμμα Περιηγητών στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη 1992-2014

[Ιωάννης Γεννάδιος και William Beckford.] 

Brydone, Patrick,  A Tour through Sicily and Malta. In a series of letters to William Beckford, Esq. of Somerly in Suffolk, 2 vols. London, printed for W. Straham and T. Cadell, 1773.

Γνωρίζουμε ότι ο Γεννάδιος δημιούργησε και ταξινόμησε μια μοναδική περιηγητική  συλλογή, μέσα από την οποία ο μελετητής περιδιαβαίνει νοερά  τις περιοχές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, τις περιοχές του ελλαδικού χώρου, υπό βενετική  κυριαρχία και στη συνέχεια τα εδάφη του τότε νεοσύστατου ελληνικού κράτους.

Πηγή τροφοδότησης για τη συλλογή περιηγητικών έργων  από τον Ιωάννη Γεννάδιο αποτέλεσε και η συλλογή του συλλέκτη, πολιτικού, συγγραφέα William Beckford (1760-1844). Όπως πολλοί γόνοι αριστοκρατικών οικογενειών της Αγγλίας έτσι και ο Beckford πραγματοποίησε το Grand Tour (Μεγάλο Γύρο), το ταξίδι άσκησης και ενηλικίωσης που επιχειρούσαν και αυτοί οι συμπατριώτες του, κυρίως στην Ιταλία, για να διευρύνουν τους πνευματικούς τους ορίζοντες.

Τα ταξίδια του Beckford συνεχίζονται και για τους συλλεκτικούς του στόχους και οι ταξιδιωτικές του εμπειρίες συνδέονται με την πρόσκτηση περιηγητικών έργων που εμπλουτίζουν τη συλλογή του. Πολλά από τα έργα αυτά εμπίπτουν στις προτεραιότητες του Γενναδίου για τη   συγκρότηση της δικής του συλλογής.

Διάλεξα ένα έργο, προερχόμενο από την περιηγητική συλλογή του Beckford, πριν έρθει στη συλλογή του Γενναδίου. Εκδίδεται από έναν «παιδαγωγό» του, για να του χρησιμεύσει ως ανάγνωσμα και να τον διαπαιδαγωγήσει, παρά το νεαρό της ηλικίας του, όταν μόλις δέκα ετών είχε γίνει κληρονόμος μιας τεράστιας περιουσίας, μετά τον θάνατο του πατέρα του.

Το έργο είναι σημαντικό για την περιηγητική γραμματεία καθώς περιέχει πρωτότυπες αρχαιογνωστικές και κυρίως γεωλογικές εξερευνήσεις στις περιοχές αυτές.  Αποτελεί ένα  νοερό Grand Tour για τον Beckford και του ανοίγει διόδους για τα ταξίδια του και συγχρόνως θέτει τα θεμέλια για τη συγκρότηση της περιηγητικής του  συλλογής. Η αγορά από τον Γεννάδιο ενός αντιτύπου, με βαρύτητα για τον Beckford, μαρτυρά τη φροντίδα, με την οποία αναζητούσε τα έργα της συλλογής του.

Οι δύο συλλέκτες, Beckford και Γεννάδιος δεν συναντήθηκαν. Ο πρώτος απεβίωσε τον Μάιο 1844, λίγους μήνες μετά τη γέννηση του Γενναδίου. Αφού εγκαταστάθηκε στην Αγγλία, ο Γεννάδιος είχε τη δυνατότητα να εξερευνήσει την περιηγητική συλλογή του Beckford που του πρόσφερε ένα νήμα για να εμπλουτίσει τη δική του αντίστοιχη συλλογή, δείχνοντάς μας  κριτήρια και διαδρομές που ακολουθούσε με την οξυδερκή ματιά του για τον σκοπό αυτό. 

Roderick Beaton

King’s College Λονδίνου & Πρόεδρος της Βρετανικής Σχολής Αθηνών

Μόλις θα μαθευτεί για πρώτη φορά η είσοδος των Τούρκων στη Σμύρνη, ο Γιώργος πιστεύει πως οι δύο άνθρωποι που αγαπά περισσότερο στον κόσμο, η μητέρα του και η αδελφή του, έχουν πιθανώς παγιδευτεί εκεί. Όταν πλέον οι πυρκαγιές στη Σμύρνη θα πάψουν να καίνε και στις παρισινές εφημερίδες δημοσιεύονται άρθρα που αποδίδουν ολόκληρη την αίσθηση της καταστροφής, γνωρίζει πια ότι τουλάχιστον η Δέσπω και η Ιωάννα είναι ακόμη σώες στην Αθήνα. Θα τους στείλει εκεί ένα γράμμα γεμάτο από θλίψη, απορία και θυμό. Ανάμεσα στις ασυνάρτητες φράσεις αποκαλύπτεται η έγνοια του για την τύχη των συγγενών του.

Δεν υπάρχει τίποτε το «ποιητικό» σε αυτή την επιστολή. Είναι ένα γράμμα που θα μπορούσε να είχε γράψει στη μητέρα του κάθε νέος του οποίου η ζωή έχει αναποδογυριστεί από ανάλογα γεγονότα. Συγκινητικά, ίσως και άτοπα, θίγει την ελπίδα μιας ανανεωμένης οικογενειακής ζωής και την πιθανότητα για ευτυχία, μέσα από την καταστροφή, για όσους έχουν γι αυτόν τη μεγαλύτερη σημασία.

Δευτέρα βράδυ

Αγαπητή μαμά,

προχθές το πρώτο σου γράμμα με τις εφημερίδες στην παραμονή της καταστροφής σχεδόν. Από τότες τα γεγονότα κατρακύλησαν μπήκε ο Τούρκος στη Σμύρνη μας την έκαψε και μας σφάζει. Πώς να σου περιγράψω τις μέρες, τις αγωνίες που μέναμε στην ξενιτειά και την τόσο αφιλόξενη ξενιτειά. Η ζωή μας είναι στις εφημερίδες και τα αόριστα νέα που σέρνονται από στόμα σε στόμα… Ευτυχώς τώρα είστε στα σίγουρα. Εσύ και η Ιωάννα είναι το κυριώτερο. Η μόνη μας τρομερή ανησυχία τώρα είναι οι δικοί μας στη Σμύρνη. Ο μπαμπάς σου τηλεγράφησε. Απάντηση καμμιά για την ώρα. Πήγε στο «Temps» να ρωτήσει για το θείο Κόκο. Δεν ξέρουν τίποτα. Είμαστε τρελλοί. Γράψε μου το ταχύτερο λεπτομέρειες... Κάθομαι σου γράφω τώρα γιατί πρέπει να σου γράψω. Δεν μπορώ να συμμαζέψω τις ιδέες όλα τα κάνουμε ασυναίσθητα και πάλι εσένα συλλογίζομαι όπως είσαι νευρική και ευαίσθητη και η μητερούλα η καημένη σε τι κατάσταση θα βρίσκεται. Σε τι χρόνια ζούμε μαμάκα μου. Να το χωρέση ανθρώπινο μυαλό πως στον εικοστό αιώνα, τον αιώνα του ανθρωπισμού μια πόλη τριακοσίων χιλιάδων ανθρώπων ήθελε μεταβληθή σε κοιμητήρι μέσα σε τέσσερις μέρες. Τηλεγράφησέ μου αμέσως που είναι ο θείος Κόκος ο θείος Σωκράτης και η θεία Έλλη. Που καταστάλαξανε –γιατί δεν τολμώ να φανταστώ πως δεν φύγανε όπως όπως και με ό,τι ό,τι, γράψε μου τι σκέπτονται για το μέλλον. Γράψε μού τα όλα και την κατάσταση στην Ελλάδα στην υστερικιά Ελλάδα την ψεύτρα που μπόρεσε χωρίς τον παραμικρό ηρωισμό, χωρίς την παραμικρή αυταπάρνηση, χωρίς την παραμικρή διαμαρτυρία να θυσιάσει εκατό εκατό χιλιάδες τα παιδιά της… Ο Άγγελος κάθεται δίπλα στην κάμαρά μου, μια καμαρούλα καθαρή και ζεστή τρώμε μαζί, κάθε μεσημέρι και κάθε βράδυ έρχεται ο μπαμπάς μετά το φαΐ πέρνομε ένα καφέ και οι τρεις μας και σας θυμόμαστε και τα λέμε. Είν κι αυτός ο καϋμένος λυπημένος. Σκέπτεται να πιάση ένα appartement και να σας μηνύσει και σας τις δύο νάρθετε να κάνουμε όλοι μαζί για την ώρα στο Παρίσι. Ποιος ξέρει αν δεν ήταν για καλό όλα αυτά για να σφιχτούμε στην οικογένειά μας πάλι. Γι' αυτό μαμάκα μου μη στενοχωριέσαι άμα υπάρχει η ομοούσια και η αγάπη και η υγεία όλα τα άλλα σιάνουν… Αν έχεις την παραμικρή ανάγκη τηλεγράφησέ μας. Πρόσεχε την Ιωάννα και πες της να μας γράφει. Σε φιλώ και την φιλώ, Γιώργος

Λίγο αργότερα, φθάνει στο σπίτι του Σεφέρη στη Ρι Μπρεά ένα τηλεγράφημα: SAUVES SEFERIADES. Ολόκληρη η οικογένεια Σεφεριἀδη θα κατορθώσει να σωθεί.  

Harriet Blitzer

Κρατικό Πανεπιστήμιο Buffalo

Από την τσέπη ενός καπετάνιου του 1750 

Στον κατάλογο της Γενναδείου Βιβλιοθήκης, αναζητώντας στοιχεία για το ευρύτερο περιβάλλον του Αιγαίου Πελάγους, εντόπισα ένα εύθραυστο βιβλίο του 18ου αιώνα, μάλλον μικρό σε διαστάσεις (περίπου 18 x 12 εκ.), με έντονη εκτύπωση σε καλουπωτό ενετικό χάρτο, με τίτλο: Λεξικόν Τετράγλωσσον της Ιταλικής, Ρωμαϊκής, Ελληνικής και Λατινικής Γλώσσης και εκδόθηκε το 1750, στη Βενετία. Οι τέσσερις γλώσσες προσδιορίζονται ως Italiana, Ρωμαϊκή (Greca Volgare στο εν λόγω λεξικό) Latina και Greca Literale. Προηγείται ένας κατάλογος με το ελληνικό αλφάβητο, με την προφορά και τη χρήση των γραμμάτων σε ελληνικές λέξεις, καθώς και μια ερμηνεία των ελληνικών αριθμών, των ονομάτων, των μηνών και των ημερών, με αλφαβητική αντιστοιχία στα ελληνικά και τα λατινικά. Ακολουθούν, στα ελληνικά και τα λατινικά, η Κυριακή Προσευχή, το Χαίρε Μαρία, το Σύμβολο της Νίκαιας, το Magnificat ή Άσμα της Μαρίας, οι Δέκα Εντολές και άλλες προσευχές. Οι σελίδες 29 – 153 είναι αφιερωμένες αλφαβητικά στο Λεξικόν Τετράγλωσσον ή Vocabolario di Quattrolingue. Η σελίδα 154 απαριθμεί τα Επτά Δώρα (Ησαΐας 11:2) και τους Καρπούς του Αγίου Πνεύματος (Γαλάτες 5:22-23) στα ελληνικά και τα ιταλικά. Ωστόσο, οι τελευταίες οκτώ σελίδες αυτού του βιβλίου τσέπης, προκαλούν μεγάλη αίσθηση. Πρώτον, υπάρχουν λεπτομέρειες που αφορούν στο φυσικό περιβάλλον, ενώ συμπεριλαμβάνεται ένας τρισέλιδος κατάλογος, γραμμένος σε Greca Volgare (Ρωμαϊκή) και στα ιταλικά, με το Κατάστιχον των Δένδρων των Καρπερών, ή Lista degli Alberi fruttiferi, όπου καταγράφονται τα εξημερωμένα οπωροφόρα δένδρα που εντοπίζονται στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο (για παράδειγμα, η κυδωνιά ή cotogno, η σορμπιά ή  sorbolaro). Σε δύο σελίδες υπάρχει το Κατάστιχον των Δένδρων των ακάρπων, ή, Lista degli Alberi infruttuosi, δηλαδή τα δένδρα που δεν φέρουν καρπούς (όπως  η δρυς ή  la ghianda). Υπάρχουν μέχρι και λήμματα που αναφέρουν τα άγρια θαμνόδενδρα, Κατάστιχον των Δενδρακίων ή, Lista degli arbuscelli, όπως η σπαρτιά ή  ginestra, και το σχινάρι ή lo schino. Ακολουθεούν ακριβείς περιγραφές τμημάτων των δένδρων, όπως το κούτζουρον, το κορμάλι, ή il troncone dellalbero, και τα κλαδάκια του δένδρου ή I ramuscelli dellalbero. Έπειτα, υπάρχει κατάλογος πυροβόλων όπλων, Κατάστιχον των αρμάτων και πρώτα της Φωτιάς, (όπως ο κομπαράς, ή la granatum), καθώς και κατάλογος όπλων χειρός Κατάστιχον των αρμάτων του χεριού, ή Lista dellarmi da mano (όπως ξίφη, τόξα και βέλη, δοξάρι ή arco). Στις τελευταίες σελίδες του βιβλίου υπάρχει η Lista delle Galere, e delli vascelli dell’Armata navale turchesca, con li nomi delli comandanti, ένας ειδικός κατάλογος με τις γαλέρες και τα πλοία της οθωμανικής αρμάδας, με ονόματα, τόσο των επιμέρους διοικητών της, όσο και των σκαφών της. Η τελευταία σελίδα αναφέρει τους κύριους ανέμους που επικρατούν στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο, Κατάλογος των Κυριωτέρων Ανέμων ή Lista delli Venti Principali, συμπεριλαμβανομένων του Βορέας, του Γαρμπή και του Λεβάντε. Για ποιον τυπώθηκε αυτό το περιεκτικό βιβλίο των 162 σελίδων; Προφανώς για τη χρήση κάποιου μορφωμένου Βενετού Χριστιανού,  μετά τον Βενετο – Οθωμανικό Πόλεμο του 1714-1718 και πριν από την παρακμή της Βενετικής Δημοκρατίας, στα τέλη του 18ου αιώνα. Είναι πολύ πιθανό ότι αυτός ο οδηγός φυλασσόταν στην τσέπη του σακακιού ενός Βενετού καπετάνιου που χρειαζόταν να είναι σε θέση να αναγνωρίσει τα απομεινάρια των πλοίων της Οθωμανικής Αρμάδας, να επικοινωνεί και να εμπορεύεται με τους ντόπιους και να αναπτύξει μια οπτική εξοικείωση με τους ντόπιους ακαλλιέργητους ή καλλιεργημένους τόπους του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου. 

Αικατερίνη Μπούρα

Πρέσβης και Ιστορικός            

ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ  ΣΟΥΛΙΩΤΗΣ- ΝΙΚΟΛΑΙΔΗΣ (1878-1945)

Με επιμέλεια αντάξια του Γενναδίου, ο  Αθανάσιος Σουλιώτης, αξιωματικός του ελληνικού στρατού, γνωστός για την παρασκηνιακή δράση του  στον Μακεδονικό Αγώνα και στην Κωνσταντινούπολη την περίοδο 1908-1912 με το ψευδώνυμο Νικολαΐδης, φύλαξε ιστορικά τεκμήρια, έγγραφα, επιστολές  και φωτογραφίες που σκιαγραφούν τη δράση και την εποχή του. Το αρχείο του δώρισε η χήρα του, Σοφία Προβελεγγίου-Σουλιώτη, στην Γεννάδειο Βιβλιοθήκη και φυλάσσεται σήμερα στα Αρχεία της Αμερικανικής Σχολής Κλασικών Σπουδών.

Μελετώντας το αρχείο του Σουλιώτη, στάθηκα με έκπληξη σε ένα  μικρό σκίτσο προσωπογραφίας του. Οπισθογραφεί ο ίδιος: «Παρίσι, εγώ». Φιλοτεχνήθηκε επομένως, μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους, όταν ο Σουλιώτης βρέθηκε, για μια τελευταία εθνική αποστολή, στο Παρίσι από τον Οκτώβριο 1913 έως τον Αύγουστο 1914.

Κοιτάζοντας το σχεδιάκι αυτό, η σκέψη μου στρέφεται στον Ιωάννη Γεννάδιο. Με επίγνωση της αξίας των αρχείων, ο ίδιος παρέδωσε στην βιβλιοθήκη το προσωπικό του αρχείο και εκείνο του λογίου πατέρα του. Στις συλλογές του, οι  τόμοι των λευκωμάτων με τα αναρίθμητα αποκόμματα (scrap books), στα οποία συγκέντρωσε δημοσιεύματα, φωτογραφίες, σκίτσα και γελοιογραφίες με ιστορικά θέματα της  εποχής του, μαρτυρούν τη σημασία την οποία έδινε στην «εικόνα», που αποτυπώνει πρόσωπα και γεγονότα ως τεκμήριο για την κατανόηση κοινωνιών, ιστορικών γεγονότων και πολιτισμών. Πώς θα έβλεπε το σκίτσο αυτό; Πού θα το κατέτασσε στις συλλογές του;

Σε αντίθεση με τις φωτογραφίες της εποχής, στις οποίες τα πρόσωπα συχνά «επιμελούνται» τη στάση τους,  τα σκίτσα σκιαγραφούν τις ανθρώπινες διαστάσεις  και υπογραμμίζουν  τις προσπάθειες, τα συναισθήματα και τα όρια των ανθρώπων μέσα στην ιστορία. Το σκίτσο του Σουλιώτη, παρακινεί τον ερευνητή να μάθει περισσότερα  για τις πολλές ιδιότητες της σύνθετης προσωπικότητας που εργάστηκε με πάθος για να  φτιάξει μια νέα ιστορική πραγματικότητα για τον Ελληνισμό που ζούσε στην Οθωμανική αυτοκρατορία, και είδε το όραμά του να καταρρέει. Στο αρχείο αυτό, θα γνωρίσει,  πέρα από τον άνθρωπο της  δράσης,  ένα  ανήσυχο πνεύμα, που αισθανόταν  πάντα   «στο βάθος της ψυχής  του ένας καλλιτέχνης».

ASCSA, Archives, Athanasios Souliotis-Nicolaides Papers,  Box 32/I.

Βλ. Κ.Θ. Δημαρά,  ‘Αθανάσιος  Σουλιώτης Νικολαΐδης (Μία μαρτυρία: 1908-1915)’, Πρόλογος στο βιβλίο Αθανασίου Σουλιώτη Νικολαΐδη,   Γράμματα από τα Βουνά, Σημειωματάριον, Εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα 1971., σ. ια΄.

ASCSA, Archives, Athanasios Souliotis-Nicolaides Papers,  Box 32/I.

Βλ. Κ.Θ. Δημαρά,  ‘Αθανάσιος  Σουλιώτης Νικολαΐδης (Μία μαρτυρία: 1908-1915)’, Πρόλογος στο βιβλίο Αθανασίου Σουλιώτη Νικολαΐδη,   Γράμματα από τα Βουνά, Σημειωματάριον, Εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα 1971., σ. ια΄.

 

Alexandra Burkot

Υποψήφια Διδάκτωρ, Πανεπιστήμιο Brandeis. Υπότροφος Schwarz στη Μουσική 2023-2024

Χειρόγραφο του Λεβίδη, ορατόριο L'iliade 

Είναι άραγε υπερβολικό να πω ότι, με το που πρωτοείδα το ψηφιοποιημένο χειρόγραφο της L’iliade του Δημήτρη Λεβίδη, το ερωτεύτηκα; Θυμάμαι να στέλνω ενθουσιώδη μηνύματα στους φίλους μου για αυτή την υπέροχη ανακάλυψη —ένα ελληνικό ορατόριο των μέσων του 20ού αιώνα, βασισμένο σε μια διασκευή του Ομήρου!— και να νιώθω σαν να παραληρούσα για έναν νέο σύντροφο. Ακόμα και πριν υποβάλω αίτηση για την υποτροφία Schwarz στη Μουσική, ήδη φανταζόμουν το μεγαλειώδες φινάλε αυτού του πρότζεκτ: ένα επιμελημένο χειρόγραφο, μια νέα πρεμιέρα, η ανακάλυψη ενός χαμένου αριστουργήματος. Η φαντασία μου κάλπαζε, μεθυσμένη από τις απεριόριστες, φιλόδοξες δυνατότητες.

Ήμουν —και παραμένω— γοητευμένη από αυτό το χειρόγραφο. Όπως κάθε σχέση, έτσι κι αυτή δεν ήταν χωρίς δυσκολίες: δύσκολη γραφή, σχεδόν ανύπαρκτη βιβλιογραφία. Και όμως, μέσα από αυτές τις δυσκολίες ξεπήδησε η πιο ξεχωριστή στιγμή ολόκληρης αυτής της διαδρομής: η δυνατότητα να γνωρίσω καλύτερα τον εαυτό μου. Με πολλούς τρόπους, η ιστορία αυτού του χειρογράφου είναι και η ιστορία της οικογένειάς μου. Ο Λεβίδης έζησε και εργάστηκε στο Φάληρο, εκεί όπου η μητέρα μου είχε μεγαλώσει ως μικρό κορίτσι, και δημοσίευσε το έργο το 1942, τη χρονιά που γεννήθηκε η γιαγιά μου. Η L’iliade του Λεβίδη δεν μου έδωσε μόνο ακαδημαϊκό και επιστημονικό σκοπό· με βοήθησε επίσης να νιώσω πιο κοντά στην οικογένειά μου και στη δική μου προσωπική μου ιστορία, κάτι για το οποίο θα είμαι για πάντα ευγνώμων.  

Katerina Carpinato

Πανεπιστήμιο Ca' Foscari

Η πρώτη μου επίσκεψη στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη χρονολογείται από το φθινόπωρο του 1986. Ήθελα να μελετήσω τη μετάφραση του Δημητρίου Ζήνου της Βατραχομυομαχίας (Βενετία 1539) για να κάνω μια σύγκριση «από τα ελληνικά στα ελληνικά». Ήμουν 23 ετών και είχα κλασική παιδεία. Δεν ήθελα να γίνω «νεοελληνίστρια», αλλά απλώς να κατανοήσω τους λόγους της ιστορικής εξέλιξης της ελληνικής γλώσσας. Εκείνη την εποχή, ήταν δυνατό να αγοράσει κανείς μια αναπαραγωγή της Ιλιάδας του Νικόλαου Λουκάνη (Βενετία 1526), σε χαρτόδετο (με μπλε εξώφυλλο) ή σκληρόδετο. Αυτό το (μπλε) βιβλίο σηματοδότησε ένα σημείο καμπής για μένα. Εκείνη την περίοδο για την ανάγνωση χειρογράφων και αρχαίων βιβλίων «εκτός τόπου», βασιζόμασταν σε ακριβά, δυσεύρετα και δύσκολα συντηρήσιμα μικροφίλμς. Το Διαδίκτυο δεν πρόσφερε ακόμη τη ψηφιοποίηση σπάνιων βιβλίων. Η απόφαση για την αναπαραγωγή του βιβλίου οφειλόταν στον Φράνσις Ρ. Γουόλτον, ο οποίος ήθελε να καταστήσει διαθέσιμη στο κοινό την πρώτη μετάφραση της Ιλιάδας σε μια σύγχρονη γλώσσα. Χάρη στην ευαισθησία των διευθυντών της Γενναδείου Βιβλιοθήκης και στις πολιτικές τους για την προώθηση της πολιτιστικής κληρονομιάς, έμαθα όχι μόνο τη σημασία της μελέτης αρχαίων και σύγχρονων κειμένων, αλλά και της αξιοποίησης της γνώσης μέσω της δημιουργίας δραστηριοτήτων, πρωτοβουλιών και προϊόντων που απευθύνονται σε ένα ευρύτερο κοινό.. 

Μαρία Χριστίνα Χατζηιωάννου

Ομότιμη Διευθύντρια Έρευνας, Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών

Ξαναδιαβάζοντας την προσωπική αλληλογραφία του Ιωάννη Γενναδίου

Ο Ιωάννης Γεννάδιος είναι μια από τις σημαντικότερες προσωπικότητες στον κόσμο της ελληνικής διπλωματίας, συνδυάζοντας μια πολύπλευρη πολιτική παιδεία με διαπραγματευτικές δεξιότητες και βρετανικές πολιτιστικές καταβολές. Ο Γεννάδιος εισήλθε στη βρετανική ζωή κατά την ακμή της Βρετανικής Αυτοκρατορίας. Αυτή ήταν επίσης η περίοδος που ο Ιωάννης Γεννάδιος έχτισε το προσωπικό του κοινωνικό δίκτυο. Η δεκαετία του 1860 ήταν ένα προπαρασκευαστικό στάδιο για τον εγκλιματισμό του στην Αγγλία μέσω των κύκλων των Ελλήνων εμπόρων της Διασποράς. Μετά το 1875, από τη θέση του  διπλωματικού εκπροσώπου του ελληνικού κράτους, θα ενταχθεί στον κόσμο της φιλελεύθερης πολιτικής της Αγγλίας. Από το 1902, μετά τον γάμο του με μια Αγγλίδα, υιοθέτησε τις πολιτισμικές συμπεριφορές της Εδουαρδιανής κοινωνίας, οι οποίες του άνοιξαν νέες κοινωνικές και πολιτικές δυνατότητες. Ο Γεννάδιος δημιούργησε ένα κοινωνικό δίκτυο μέσω μίας επιμελούς διαχείρισης, εκτός οικογενειακών και τοπικών δεσμών. Ο Ιωάννης Γεννάδιος διαχειριζόταν δίκτυα πελατών/προστατών που είχαν τις ρίζες τους σε παραδοσιακές μορφές εξουσίας, τα οποία συνέχισαν να λειτουργούν, όπως αποδεικνύεται από το αρχείο του, ως μία προσωπική διαδρομή που συγχώνευε την οικονομική εξουσία, την πολιτική εξουσία και την πνευματική έρευνα. Ενσαρκώνει το αρχέτυπο του κοινωνικού, πολιτικού και πολιτισμικού διαμεσολαβητή, και την έννοια της διατήρησης της ταυτότητας σε μια κατάσταση «ενδιάμεσου». 

Sarah Clark

Ελευθερία Δαλεζίου

Ιστορικός, Αρχειονόμος ΑΣΚΣΑ

Ένας χρυσός αναμνηστικός δίσκος, η κυρία Γενναδίου, και η καθέλκυση του «Βασιλεύς Κωνσταντίνος»

Ανάμεσα στη συλλογή των προσωπικών αντικειμένων του Ιωάννη Γενναδίου βρίσκεται και ένας χρυσός αναμνηστικός δίσκος προσεκτικά τοποθετημένος σε μια βελούδινη θήκη. Ο δίσκος έχει στο κέντρο του σε εμαγιέ μια φωτογραφία του οχηματαγωγού «Βασιλεύς Κωνσταντίνος» με την παρακάτω χαραγμένη επιγραφή: PRESENTED TO HER EXCELLENCY MADAME GENNADIUS ON THE OCCASION OF THE LAUNCH OF «ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ» FROM MESSRS CAMMELL LAIRD’S WORKS BIRKENHEAD JUNE 9TH 1914 [ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑ ΓΕΝΝΑΔΙΟΥ ΕΠΙ ΤΗ ΕΥΚΑΙΡΙΑ ΤΗΣ ΚΑΘΕΛΚΥΣΗΣ ΤΟΥ «ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ» MESSRS CAMMELL LAIRD’S WORKS BIRKENHEAD 9 ΙΟΥΝΙΟΥ 1914]

Η ιδιοκτήτρια εταιρία είχε ζητήσει από την κυρία Γενναδίου να κάνει την ονοματοδοσία του οχηματαγωγού κατά την καθέλκυση του. Το πλοίο ήταν ένα από τα δύο στην κατοχή της εφοπλιστικής οικογένειας των Εμπειρίκων από τα ναυπηγεία της Cammel Laird’s Works. Επρόκειτο για το μεγαλύτερο πλοίο της ελληνικής εμπορικής ναυτιλίας το 1914  και προοριζόταν για υπερατλαντικά ταξίδια, ιδιαιτέρως στη γραμμή Ελλάδα - Ηνωμένες Πολιτείες. Πράγματι, το «Βασιλεύς Κωνσταντίνος» ήταν το πλοίο που μετέφερε χιλιάδες  Έλληνες έφεδρους που βρίσκονταν στις Ηνωμένες Πολιτείες το 1915 για να καταταχθούν στον ελληνικό στρατό. Ήταν επίσης το πλοίο που μετέφερε στην εξορία, στο νησί της Κορσικής, το 1917, τον Δημήτριο Γούναρη, τον Ίωνα Δραγούμη και άλλους Έλληνες πολιτικούς κατά τη διάρκεια του Εθνικού Διχασμού. Το 1918, το οχηματαγωγό κατασχέθηκε και μετατράπηκε από τις γαλλικές στρατιωτικές δυνάμεις στην Ελλάδα σε πλοίο μεταφοράς στρατιωτών.

Ο αναμνηστικός δίσκος δεν είναι ένα από τα πιο εντυπωσιακά αντικείμενα, δεν ανήκει στα αντικείμενα ιδιαίτερης καλλιτεχνικής αξίας ή στα πιο πολύτιμα αντικείμενα της συλλογής. Σίγουρα όμως βρίσκεται ανάμεσά τους ως σύμβολο της παρουσίας της κυρίας Γενναδίου και της συνεισφοράς της στο διπλωματικό έργο του συζύγου της κατά τη δύσκολη περίοδο του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Με τη βοήθεια του αρχειακού υλικού, μέσα από τα αποκόμματα των εφημερίδων αλλά και φωτογραφίες, μπορεί κανείς να μάθει με ακρίβεια τι συνέβη τη μέρα της ονοματοδοσίας και καθέλκυσης του πλοίου. Η Florence (Ανθή) Γενναδίου δε βρισκόταν εκεί μόνο για να ρίξει τη σαμπάνια στην πλώρη του. Η ίδια ήταν ο άνθρωπος που νοιαζόταν, υποστήριζε, και αγωνιούσε μαζί με τον Γεννάδιο κατά τη διάρκεια της απαιτητικής περιόδου για τον ίδιο. Η απαράμιλλη φιλανθρωπική της δράση υπέρ των Ελλήνων είναι άλλη μια απόδειξη. Μια πλειάδα φιλανθρωπικών οργανώσεων από την Ελλάδα και το Λονδίνο ζήτησε και έλαβε τη στήριξή της κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων και του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Εντούτοις, λίγοι, ανάμεσά τους και ο Ιωάννης Γεννάδιος, έχουν αναφερθεί στις δράσεις της Ανθής Γενναδίου. « Η κυρία Γενναδίου έχει σταθεί με σύνεση και πίστη όλα αυτά τα χρόνια [στο πλευρό του Ιωάννη Γεννάδιου],» σχολίασε ο δρ. Henry Smith Pritchett, πρόεδρος του Ιδρύματος Carnegie, την ημέρα των εγκαινίων της Γενναδείου Βιβλιοθήκης τον Απρίλιο του 1926. Η κυρία Florence (Ανθή) Γενναδίου δεν ήταν απλώς μια γυναικεία παρουσία δίπλα στον Ιωάννη Γεννάδιο, ήταν η γυναίκα που στήριξε έμπρακτα αυτόν και τις δράσεις του κατά τη διάρκεια της πιο δύσκολης περιόδου της διπλωματικής του καριέρας. 

Jack Davis

Κάτοχος Έδρας Carl W. Blegen, Πανεπιστήμιο Cincinnati

 Ένας ιδιαίτερος θησαυρός της Γενναδείου με διαφώτισε, κατά τη διάρκεια της θητείας μου ως Διευθυντής της ASCSA, σχετικά  με την προοπτική εμπλουτισμού των γνώσεων μου για το τοπίο του πρόσφατου ελληνικού παρελθόντος, μέσω της μελέτης αδημοσίευτων έργων. Η Μαρία Γεωργοπούλου, το 2011, μου πρότεινε να συμμετέχω στον τόμο 9 του New Griffon, γράφοντας ένα δοκίμιο για το έργο του Prosper Baccuet ΤΑ ΠΡΩΤΟΤΥΠΑ ΣΧΕΔΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ ΣΤΟΝ ΜΟΡΕΑ, το οποίο αγοράστηκε από τον Ιωάννη Γεννάδιο σε δημοπρασία στο Παρίσι, το 1905. Ο Γεννάδιος είχε σχολιάσει για τη συλλογή: «Την έχω συντηρήσει, την έχω τακτοποιήσει, αλλά την κράτησα με την ίδια σειρά. Είναι μια ανεκτίμητη προσθήκη στο αντίτυπό μου της Expédition Scientifique». Ο Ιωάννης Γ. Γεννάδιος ενδιαφέρθηκε ιδιαίτερα για τη Γαλλική Στρατιωτική Εκστρατεία στον Μορέα, η οποία απέσπασε τον έλεγχο της Πελοποννήσου από τους Οθωμανούς, το φθινόπωρο του 1828, όπως  και για τη στρατιά των λογίων που ακολούθησε τις γαλλικές δυνάμεις στην Ελλάδα. Ο Baccuet, ένας νεαρός αξιωματικός του ιππικού και καλλιτέχνης, συνόδευσε την τελευταία αυτή αποστολή. Έγινε περισσότερο γνωστός για το έργο του στην Ελλάδα και οι τοπιογραφίες του κυκλοφόρησαν στο Salon του Παρισιού μεταξύ 1831 και 1851 με την έκθεση tableaux εμπνευσμένων από τα ταξίδια του. Τα αδημοσίευτα σχέδια στη Γεννάδιο, που περιγράφουν το Ναβαρίνο και την γύρω περιοχή, με βοήθησαν να κατανοήσω τα τοπία που περιγράφουν πολλοί Γάλλοι αξιωματικοί στα απομνημονεύματά τους, όπως και δυτικοευρωπαίοι περιηγητές, κατά τα χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης. Είναι από τις παλαιότερες απεικονίσεις της Μεσσηνίας, που ρίχνουν φως σε μια αναγεννημένη Ελλάδα. 

Δημήτρης Δημητρόπουλος

Διευθυντής Ερευνών, Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών 

Πολουχρονημένε μο, τεβλετλή βεζήρ εφέντη μο

Αφέντη μο, μο πέρνης το σημπαθηγο οπό δεν μο έστηλες το κότζη, ο θεός να σε ποληχρονήση οπό μ’  έχης το νο σο και αφτό μο το ’στηλες και άλα πολλά χάγδηγα θέλα μας δόκης

Τα παραπάνω σχεδόν ακατάληπτα σήμερα λόγια απευθύνει η Βεσαφή στον Αλή πασά τον Απρίλιο του 1818. Γράφει ότι τον συγχωρεί που δεν έστειλε την άμαξά του να την παραλάβει και εκφράζει τη βεβαιότητα ότι αν ο Θεός του δώσει χρόνια θα της κάνει και αυτή τη χάρη και πολλές άλλες. Απόσπασμα από ένα έγγραφο παράξενο και αναπάντεχο ανάμεσα στα ποικίλου χαρακτήρα έγγραφα του Αρχείου Αλή πασά, που περιλαμβάνονται στη Συλλογή Ιωάννη Χώτζη, της Γενναδείου. Σπάνιο δείγμα γυναικείου λόγου σε ένα περιβάλλον που μιλούσαν αποκλειστικά σχεδόν οι άνδρες, μια πινελιά άλλης υφής σε ένα πίνακα που κυριαρχούν τα χρώματα της πολιτικής και του πολέμου, των οικονομικών συναλλαγών, της βίας, της απειλής, της διαχείρισης των κάθε λογής τοπικών, κρατικών ή και διεθνών ζητημάτων. Μια επιστολή, που αφήνει την προσωπική σχέση να εκδηλωθεί με μια γλυκύτητα, ένα παιχνίδισμα της άγνωστης σε εμάς γυναίκας προς τον σκληροτράχηλο Βεζίρη των Ιωαννίνων. Αλλά και μια υπενθύμιση για τα πολλαπλά στρώματα της ιστορίας, τις εκπλήξεις που επιφυλάσσουν οι πηγές, τη γοητεία του ασήμαντου και του αναπάντεχου, τα άνθη που μπορούν να βλαστήσουν σε κάθε είδους γη. 

Karen Emmerich

Πανεπιστήμιο Princeton, Υπότροφος Zoë Sarbanes Pappas 2025-2026

Αυτή η φωτογραφία δείχνει τον μυθιστοριογράφο Ηλία Βενέζη στη Μυτιλήνη την άνοιξη του 1958, ανάμεσα σε πλήθος κομπάρσων, κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων της διασκευής του μυθιστορήματός του «Γαλήνη» (1939) από τον Γρηγόρη Μαρκόπουλο. Το μυθιστόρημα πραγματεύεται την άφιξη προσφύγων από τη Μικρά Ασία το 1923 στην τότε άγονη γη της Αναβύσσου στις ακτές της Αττικής. Η πρώτη έκδοση της «Γαλήνης» είχε μεγάλη επιτυχία και εξαντλήθηκε μέσα σε λίγους μόνο μήνες. Σύντομα έγιναν αρκετές νέες  εκδόσεις ακόμη και στη δύσκολη περίοδο της Κατοχής. Από το 1950 έως το 1980, η «Γαλήνη» διασκευάστηκε πολλές φορές για το θέατρο, την τηλεόραση και τον κινηματογράφο — μεταξύ άλλων και από τον εναλλακτικό Ελληνοαμερικανό σκηνοθέτη Γρηγόρη Μαρκόπουλο.

Το Αρχείο Βενέζη διαθέτει πλούσιο υλικό σχετικό με την ταινία του Μαρκόπουλου: περιέχει αντίγραφο του σεναρίου, φωτογραφίες, κάλυψη από τον Τύπο, καθώς και άφθονη αλληλογραφία. Κάποια στιγμή, κατά τη διάρκεια της πολυετούς διαδικασίας του μοντάζ, ο Βενέζης φαίνεται να έχασε την εμπιστοσύνη του στον Μαρκόπουλο ως σκηνοθέτη και ενώ η ταινία ολοκληρώθηκε, δεν κυκλοφόρησε ποτέ. Μάλιστα, ο Βενέζης την χαρακτήρισε αθλιότητα. Όπως και να ’χει, η φωτογραφία τράβηξε την προσοχή μου λόγω της οικειότητας με την οποία δείχνει τον Βενέζη, ενόσω εκείνος ασχολείται με την επαν – εξέταση της ιστορίας, την οποία προϋποθέτει η διασκευή του μυθιστορήματός του. 

Elizabeth Fowden

Πανεπιστήμιο Cambridge, Υπότροφος M. Alison Frantz 1996-1997

1. Το χειρόγραφο της Ιστορίας των Αθηνών του Ιωάννου Μπενιζέλου.

(Ενδεχομένως) θα μπορούσατε επίσης να εκθέσετε τη δημοσίευση του 1986 (σε περίπτωση που διαθέτετε αντίτυπα προς πώληση, ενόσω ακόμα υπάρχουν;) της Ιστορίας των Αθηνών/ Ιωάννου Μπενιζέλου, με τα προλεγόμενα του Ιωάννη Γενναδίου, επιμέλεια έκδοσης των Ι. Κόκκωνα και Γ. Μπώκου, επιστημονική παρουσίαση και εποπτεία του Μ.Ι. Μανούσακα. 2 τόμοι. DF923 .M43 1986]

1α. Φωτοστατικό αντίγραφο της πρώτης σελίδας της Ιστορίας του Μουφτή της Πόλης των Σοφών, χειρόγραφο που τώρα βρίσκεται στη Βιβλιοθήκη του Ανακτόρου του Τοπ Καπί.

2 Ο Λόρδος Ελγιν και οι προ αυτού ανά την Ελλάδα και τας Αθήνας ιδίως αρχαιολογήσαντες επιδρομείς 1440 - 1837 :. ιστορική και αρχαιολογική πραγματεία / υπό Ιωάννου Γενναδίου. F 530.1

 

Πινακίδα για 1 και 1α

«Σπάνια έχω νιώσει την καρδιά μου να χτυπά πιο δυνατά ή χαρούμενα». Τον Δεκέμβριο του 1927, ο Γεννάδιος έριξε μια ματιά σε έναν από τους αμέτρητους καταλόγους δημοπρασιών που έφτασαν στη διεύθυνσή του στο Λονδίνο. Αυτή τη φορά ήταν η δημοπρασία του  Hodgson & Son, η οποία περιλάμβανε κυρίως γνωστά ταξιδιωτικά κείμενα από τη βιβλιοθήκη του γεωλόγου και συγγραφέα John Hawkins (1758-1841). Λίγο πριν ο Γεννάδιος  πετάξει τον κατάλογο της δημοπρασίας στον κάλαθο των αχρήστων, το μάτι του έπεσε στο όνομα «Beninzelo» στην παρτίδα 457. «Σαν από θαύμα» είχε ανακαλύψει το αυτόγραφο χειρόγραφο της Ιστορίας των Αθηνών του προπάππου του Ιωάννη Μπενιζέλου (θ. 1807), γόνου μιας από τις κορυφαίες οικογένειες της Αθήνας. Η ανακάλυψη του χειρογράφου ήταν ένας προσωπικός και ακαδημαϊκός θρίαμβος για τον Γεννάδιο, καθώς η Ιστορία του Μπενιζέλου είναι η παλαιότερη γνωστή αφήγηση της Αθήνας, από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, γραμμένη από έναν Αθηναίο με καλή γνώση της τοπικής Ιστορίας. Σήμερα γνωρίζουμε ότι ο Μπενιζέλος δεν ήταν ο πρώτος ντόπιος συγγραφέας που συνέθεσε μια ιστορία της Αθήνας, βασισμένη σε αρχαίες πηγές, καθώς και σε επιτόπιες αυτοψίες. Αυτή η τιμή απονέμεται στον ανώνυμο τοπικό μουφτή που έζησε στην Αθήνα δύο γενιές πριν από τον Μπενιζέλο και έγραψε στα οθωμανικά την Ιστορία της Πόλης των Σοφών, βασισμένη επίσης σε αρχαίες πηγές, τοπικούς θρύλους και αναφορές αυτοπτών μαρτύρων. Η Οθωμανική Ιστορία σώζεται στη Βιβλιοθήκη του Ανακτόρου Τοπ Καπί, σε ένα μόνο χειρόγραφο, όπως και η Ιστορία, του Μπενιζέλου. Ίσως η μεγαλύτερη απόκλιση μεταξύ των δύο είναι ότι αυτό που ενέπνευσε τον Αθηναίο μουφτή ήταν να εξηγήσει τα αρχαία κτίρια, καθώς και το όνομα «Πόλη των Σοφών» με το οποίο ήταν γνωστή η Αθήνα στον ισλαμικό κόσμο. Αντίθετα, στην Ιστορία του, ο Μπενιζέλος δεν επικεντρώνεται στα μνημεία και τις αρχαιότητες, εκτός από τις περιπτώσεις που  κλέβονται από ξένους.

Πινακίδα για 2

[Σημείωση: Ο τόμος έχει δεθεί από τον Γεννάδιο και διορθώσεις του: Ο Λόρδος Έλγιν και οι προ αυτού ανά την Ελλάδα και τας Αθήνας ιδίως αρχαιολογήσαντες επιδρομείς 1440 – 1837. Η εισαγωγική σημείωση της Πινακίδας 1, προέρχεται από τον προλογισμό που κάνει σε αυτό το βιβλίο. Ανατρέξτε στο ΜΕΡΟΣ ΟΓΔΟΟΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΦΡΟΝΤΙΔΕΣ, του βιβλίου (χωρίς αρίθμηση, μεταξύ των σελίδων 133 και 135).]

Ο Γεννάδιος συγκέντρωσε στοιχεία σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο οι αρχαιότητες ερμηνεύονταν και αξιολογούνταν, είτε από τους ντόπιους κατοίκους, είτε από τους Ευρωπαίους που επισκέπτονταν την Ελλάδα. Όχι μόνο συνέλεξε, αλλά και παρήγαγε συνθετικές αναλύσεις με βάση τη συλλογή του. Το 1930, η εν Αθήναις Αρχαιολογική Εταιρεία, δημοσίευσε την αξιολόγηση του Γενναδίου για τις ξένες επεμβάσεις στις αρχαιότητες της Ελλάδας: Ο Λόρδος Έλγιν και οι αρχαιολογήσαντες επιδρομείς που προηγήθηκαν σε όλη την Ελλάδα και μάλιστα στην Αθήνα, μεταξύ των ετών 1440-1837. Ο Γεννάδιος αφιερώνει το πρώτο μισό του έργου στον Έλγιν, οι δράσεις του οποίου καταγράφηκαν και αποδοκιμάστηκαν για πρώτη φορά από έναν τοπικό παρατηρητή, τον Μπενιζέλο, στην Ιστορία των Αθηνών. Στο δεύτερο μισό, ξεκινώντας με το «Μέρος Όγδοο: Ελληνικά Διαβήματα», ο Γεννάδιος ως λόγιος – πατριώτης, αντιμετωπίζει ανοιχτά τις συχνές κατηγορίες των ξένων ταξιδιωτών για την αδιαφορία που επιδείκνυαν οι σύγχρονοι Έλληνες για το παρελθόν τους και τις αρχαιότητες, ανάμεσα στις οποίες ζούσαν. Πολλά από τα ερωτήματα του Γενναδίου προαναγγέλλουν την σύγχρονη ακαδημαϊκή έρευνα, η οποία στοχεύει στην ανάκτηση λησμονημένων απόψεων από κοινωνίες που δεν κατέγραψαν τις δικές τους αξιολογήσεις, που παρερμηνεύτηκαν από εκείνους που παρατήρησαν και κατέγραψαν τις αλληλεπιδράσεις τους με τις αρχαιότητες, ή που έγραψαν στα οθωμανικά τουρκικά. Οι μουσουλμανικές απόψεις για τις ελληνικές αρχαιότητες αποτελούν έναν ακμάζοντα τομέα της σύγχρονης έρευνας, που ο Ιωάννης Γεννάδιος και οι σύγχρονοί του δεν θα μπορούσαν να φανταστούν. Απόδειξη αποτελεί η άρνηση της Φιλομούσου Εταιρείας (η οποία ιδρύθηκε το 1813) να επιτρέψει στους Μουσουλμάνους να έχουν τη δυνατότητα να γίνουν μέλη –  άρνηση που καταδικάστηκε από έναν συνιδρυτή της βιβλιοθήκης τους, τον William Gell, του οποίου κείμενα και σχέδια ο Γεννάδιος συνέλεγε ενθουσιωδώς. Μπορούμε, λοιπόν, να φανταστούμε με τι αμηχανία θα αντιμετώπισε ο Ιωάννης Γεννάδιος τον εντοπισμό της Ιστορίας της Πόλης των Σοφών σε έναν κατάλογο δημοπρασίας βιβλίων. Το εύρος του οράματός του θα τον ώθησε να την αποκτήσει για να την μελετήσουν οι μελλοντικές γενιές. Απόλυτα σύμφωνη με τους ευρείς πνευματικούς και πατριωτικούς ορίζοντες του Γενναδίου είναι η επέκταση της συλλογής Γενναδείου προκειμένου να συμπεριλάβει τις Οθωμανικές Σπουδές, έναν από τους ισχυρότερους τομείς στην έρευνα και τη διεθνή φήμη της βιβλιοθήκης. 

Elizabeth Fraser

Πανεπιστήμιο  της Νότιας Φλόριντα

Αντιπαραβολές («σκέψεις» για τη Συλλογή Ferriol)

 Από τα πολλά εξαιρετικά βιβλία για κοστούμια στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη, το Recueil de cent estampes représentant différentes nations du Levant (Παρίσι, 1714) είναι από τα πιο σημαντικά. Βασισμένο σε πίνακες που παρήγγειλε ο Γάλλος πρέσβης Charles Ferriol στην Κωνσταντινούπολη, ο τόμος σε μέγεθος Folio, περιέχει 102 πολυτελείς εικόνες κοστουμιών, που απεικονίζουν τους λαούς της οθωμανικής αυλής, της Κωνσταντινούπολης και της ευρύτερης αυτοκρατορίας. Το Recueil Ferriol, όπως είναι γνωστό, ήταν ένα δημοφιλές έργο και οι απεικονίσεις του για την οθωμανική κοινωνία αξιοποιήθηκαν εκτενώς από Ευρωπαίους καλλιτέχνες, εικονογράφους βιβλίων και τεχνίτες για πάνω από έναν αιώνα μετά την έκδοσή του. Εκδόθηκε πολλές φορές και σε διαφορετικές γλώσσες. Όπως και άλλα βιβλία για κοστούμια σχετικά με την Οθωμανική Αυτοκρατορία, το Recueil Ferriol παρουσιάζει Έλληνες της Ανατολίας και των νησιών του Αιγαίου, ένας ακόμη λόγος για τον οποίο αυτό το σημαντικό βιβλίο βρήκε μια θέση στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη. Στην πραγματικότητα, η βιβλιοθήκη διαθέτει τρία αντίτυπα: το ένα αποτελεί προϊόν δωρεάς του έτους 1981 και τα άλλα δύο είναι δεμένα σε έναν ενιαίο τόμο και είναι μέρος της συλλογής του Ιωάννη Γενναδίου. «Ένα μοναδικό αντίγραφο» -  όπως αναφέρει ο Γεννάδιος σε μια σημείωση γραμμένη με μολύβι στο εσωτερικό –  ο τόμος εναλλάσσει ασπρόμαυρα χαρακτικά με χαρακτικά ζωγραφισμένα στο χέρι. Αυτή η διάταξη σύγκρισης και αντίθεσης, που προσελκύει την προσοχή του βιβλιόφιλου, θυμίζει το δικό του σύστημα οπτικών αντιπαραβολών του Γενναδίου, που ακολουθείται στα συναρπαστικά λευκώματα αποκομμάτων του. 

Μαρία Γεωργοπούλου

Υπότροφος Hunter Lewis στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη 1998

“Piantta della Città di Candia, attacata dalle Armi Ottomane e diffesa dalla S(erenissim)a R(epubbli)ca di Ven(ezi)a, sotto il commando dell’ Ecc(ellentissi)mo Sig(no)r Procu(rato)r e Cap(ita)n Gen(era)ll Fran(ces)co More(si)ni.” Xειρόγραφος χάρτης της πολιορκίας του Χάνδακα (Ηράκλειο) από τους Οθωμανούς το 1669.

Εξαιρετική πανοραμική άποψη της πολιορκίας του Χάνδακα από τους Οθωμανούς το 1669. Αγοράστηκε σε δημοπρασία το 2022 με την υποστήριξη των Επιτρόπων της Βιβλιοθήκης και συμπληρώνει τη μοναδική συλλογή χαρτών του νησιού της Κρήτης στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη, μια συλλογή στην οποία βασίστηκα όταν εκπονούσα τη διατριβή μου.

Η 25χρονη πολιορκία του Χάνδακα από τους Οθωμανούς (1645–1669), γνωστή ως Κρητικός Πόλεμος, είχε απήχηση σε όλη την Ευρώπη. Η παραγωγή χαρτών πολλαπλασιάστηκε, με στόχο να κινητοποιηθεί βοήθεια για την υπεράσπιση της Κρήτης, που θεωρούνταν το τελευταίο προπύργιο του Χριστιανισμού ενάντια στους οθωμανούς στην Ανατολική Μεσόγειο. Ο Γεννάδιος είχε την ευκαιρία να αγοράσει πολλούς σημαντικούς χειρόγραφους χάρτες της εποχής που αποτελούν μια μοναδική πηγή για την ιστορία της βενετοκρατούμενης Κρήτης.

Το σχέδιο αυτό, όπως όλοι σχεδόν οι χάρτες της περιοχής αυτή την εποχή είναι προσανατολισμένο προς τα νότια και απεικονίζει τη σύγκρουση με ένταση: τις οθωμανικές δυνάμεις με τις πολιορκητικές μηχανές και τα βλήματα που εκσφενδονίζονται προς τα τείχη. Επικεντρώνεται στην οχύρωση της πρωτεύουσας του νησιού, του Χάνδακα, και απαριθμεί τα πλοία των υπερασπιστών καθώς και τον καταυλισμό των οθωμανικών δυνάμεων στον ορίζοντα δίπλα στο όρος Ίδη, τον λεγόμενο «νέο Χάνδακα» (Candia nova).  Ο συγκεκριμένος χάρτης χρονολογείται τον Ιούλιο του 1669, μόλις δύο μήνες πριν από την παράδοση της πόλης. Διακρίνεται η γαλλική ναυαρχίδα Thérèse τυλιγμένη στις φλόγες, ένα γεγονός που συνέβη στις 24 Ιουλίου 1669. Επιπλέον ο προμαχώνας του Αγ. Ανδρέα (κάτω δεξιά) εικονίζεται κατεστραμ­μένος, κάτι που παραπέμπει στην τελευταία φάση της πολιορκίας.

Το υπόμνημα του χάρτη, καθώς και ένας περιεκτικός κατάλογος των συμμετεχόντων, Βενετών και Οθωμανών, εμφανίζεται μέσα στη διακοσμημένη cartouche πάνω δεξιά, που κρατούν δύο χερουβείμ. Ξεχωρίζει το όνομα του αρχηγού των βενετικών δυνάμεων, Francesco Morosini (1618-1694) που έφτασε στο Χάνδακα το 1667. Μέσα σε δύο χρόνια η πόλη του Χάνδακα είχε παραδοθεί ολοκληρωτικά στους Οθωμανούς και ο Μοροζίνι δικάστηκε για προδοσία και δειλία, αλλά αθωώθηκε και τελικά εξελέγη δόγης της Βενετίας το 1688. Αυτός ο χάρτης δείχνει την τελευταία σημαντική προσπάθεια του Μοροζίνι να ξανακερδίσει το νησί. 

Αναστασία Γιαγκάκη

Διευθύντρια Ερευνών, Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών

Είναι πολλές οι στιγμές που οι πολύτιμες συλλογές της Γενναδείου Βιβλιοθήκης στήριξαν ουσιαστικά την έρευνά μου. Συχνά είναι το μοναδικό μέρος στην Ελλάδα όπου μπορώ να εντοπίσω βιβλία που όχι μόνο υποστηρίζουν, αλλά και διευρύνουν ουσιαστικά το αντικείμενο των μελετών μου.

Ζώντας στην ψηφιακή εποχή, διαπιστώνω ότι οι νεότερες γενιές — ιδίως η Generation Z και η Generation Alpha — στρέφονται ολοένα και περισσότερο σε διαδικτυακές πηγές, συχνά σε ψηφιακές εγκυκλοπαίδειες, των οποίων το περιεχόμενο δεν είναι πάντοτε επαρκώς τεκμηριωμένο ή αξιόπιστο. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η Γεννάδειος Βιβλιοθήκη ξεχωρίζει ως μια αληθινή κιβωτός γνώσης, που διαφυλάσσει και προβάλλει τον συσσωρευμένο πνευματικό πλούτο αιώνων. Για τον λόγο αυτόν, θα ήθελα να εστιάσω σε μια κατηγορία έντυπων έργων αναφοράς που σήμερα σπανίζουν ολοένα και περισσότερο, αλλά διατηρούνται με συνέπεια στη Βιβλιοθήκη: τις εγκυκλοπαίδειες. Πρόκειται για έργα που αξίζει να επανέλθουν στο προσκήνιο, τόσο για εμάς που θυμόμαστε τη σημασία τους όσο και για τις νεότερες γενιές που ενδεχομένως δεν τις έχουν γνωρίσει.

H επιλογή δεν είναι εύκολη ανάμεσα στη «Θρησκευτικὴ καἨθικἘγκυκλοπαιδεία», στον «Πάπυρο – Λαρούς. Γενικὴ Παγκόσμιος Ἐγκυκλοπαιδεία», στη «Μεγάλη ἙλληνικἘγκυκλοπαίδεια», στη «Θρησκευτικὴ καὶ ΧριστιανικἘγκυκλοπαιδεία», στην «Ὑδρία. Ἑλληνικὴ καὶ Παγκόσμια Μεγάλη ΓενικἘγκυκλοπαιδεία» ή στη γαλλική «La Grande Encyclopédie. Inventaire raisonné des sciences, des lettres et des arts». Αναφέρω επίσης το μνημειώδες «Iconographie chrétienne. Histoire de Dieu» του M. Didron (Παρίσι, 1844), που ανήκει στην αρχική συλλογή του Ιωάννη Γενναδίου και φυλάσσεται στη Βιβλιοθήκη — ένα έργο που, κατά τη γνώμη μου, έχει καθοδηγήσει και συνεχίζει να καθοδηγεί πολλούς νέους ερευνητές της βυζαντινής και μεσαιωνικής τέχνης. Στον χώρο των βυζαντινών σπουδών, ξεχωριστή θέση κατέχει και το «Oxford Dictionary of Byzantium» (3 τόμοι, Νέα Υόρκη–Οξφόρδη, 1991), που διακρίνεται για την έκταση και την επιστημονική του πληρότητα.

Όλες αυτές οι εγκυκλοπαίδειες συγκεντρώνουν έναν τεράστιο πλούτο αυστηρά τεκμηριωμένης γνώσης, καρπό της συστηματικής εργασίας εκατοντάδων ερευνητών. Προσφέρουν συχνά έγκυρες απαντήσεις σε ζητήματα που ακόμη και σήμερα δεν έχουν μελετηθεί επαρκώς. Πολλά από τα λήμματα που περιλαμβάνονται σε αυτά τα έργα αποτελούν προϊόν μακρόχρονης, επίπονης και σχολαστικής έρευνας. Δημιουργημένα πριν από την ψηφιακή εποχή, αποτυπώνουν τον μόχθο ανθρώπων που ανέτρεξαν σε πλήθος πηγών και κατόρθωσαν να συμπυκνώσουν τα ευρήματά τους — συχνά με συντομία, λόγω της φύσης του είδους — σε κείμενα που διατηρούν μέχρι σήμερα την επιστημονική και παιδευτική τους αξία. Καλύπτουν εκατοντάδες θέματα, από τα πλέον εξειδικευμένα έως τα ευρύτερα, προσφέροντας σύντομη, αλλά έγκυρη και τεκμηριωμένη γνώση. 

Γεωργία Γκότση

Πανεπιστήμιο Πάτρας

Greek stories in English dress”: Βιβλία μεταφράσεων νεοελληνικής πεζογραφίας της Elizabeth Edmonds

(Γεώργιος Δροσίνης, Amaryllis & The Herb of Love; Gregory Xenopoulos, The Stepmother; The History of a Church Mouse)

Η προσωπική συλλογή του Ιωάννη Γενναδίου, ανάμεσα στους σπάνιους και επιβλητικούς τόμους της, κρύβει και μικρούς θησαυρούς: ταπεινά στο δέσιμο και στο χαρτί βιβλία – πολύτιμα όμως για την ιστορία των πολιτισμικών διαμεσολαβήσεων. Τέτοιοι είναι οι τόμοι μεταφράσεων ελληνικής λογοτεχνίας της βικτωριανής συγγραφέως Ελίζαμπεθ Έντμοντς, συνοδευμένοι με αφιερώσεις ή αφιερωματικές επιστολές προς τον αξιοσέβαστο Έλληνα διπλωμάτη, ο οποίος με περισσή φροντίδα επικολλούσε τις επιστολές στο εσωτερικό τους μαζί με σχετικά δημοσιεύματα του Τύπου. Οι ιδιόχειρες αφιερώσεις και επιστολές της Έντμοντς, με ημερομηνίες και υπογραφές, αν και αποτελούν ιδιωτικές εκφράσεις φόρου τιμής προς τον Γεννάδιο, φέρουν τη συνείδηση του δημόσιου ρόλου της απεύθυνσης καθώς προορίζονται για έναν αποδέκτη με υψηλή πολιτική θέση και συλλεκτική δράση.

Τα μικρά αυτά βιβλία συστήνουν έναν ιδιότυπο αρχειακό χώρο που αποτυπώνει την υπερεθνική, κοινωνική κίνηση των βιβλίων ως συμβόλων σεβασμού, ευγνωμοσύνης και πολιτισμικής συμμαχίας. Ταυτόχρονα λειτουργούν ως πολυεπίπεδα τεκμήρια – κιβωτοί αναγνωστικών συνηθειών, μεταφραστικών στρατηγικών, έμφυλων σχέσεων και διαπολιτισμικών συσχετισμών. Παρατηρώντας πώς τα ίχνη της διαπροσωπικής σχέσης εγγράφονται πάνω στο υλικό σώμα τους – το σκηνικό της προσφοράς τους που διαμορφώνει η Έντμοντς, την επιμελή διαφύλαξή τους από τον Γεννάδιο, αλλά και τις υπογραμμίσεις και τις παρεμβάσεις που μαρτυρούν τον ενεργό διάλογο δωρητή-αποδέκτη –, η σημερινή ερευνήτρια μπορεί να ανασυγκροτήσει μέρος μιας δυναμικής και πολύσημης διαδικασίας: της σύστασης του σύγχρονου νεοελληνικού πολιτισμού στο μέσο αγγλόφωνο κοινό, της διαπραγμάτευσης της πολιτισμικής αξίας του μέσω των μεταφραστικών επιλογών, και της ενεργούς προσπάθειας διαμόρφωσης ενός διεθνούς λογοτεχνικού δικτύου που υπερβαίνει τα εθνικά σύνορα. 

Σταύρος Γριμάνης

Προϊστάμενος Ιστορικού & Παλαιογραφικού Αρχείου, MIET. Υπότροφος Demos 2017-2022

Gennadius Library, MSS 79.5 (Πατριαρχικό μολυβδόβουλλο, Κύριλλος Λούκαρις, Κωνσταντινούπολη 1633)

’Ες τος αχλδ [sic] Κυρίλλου πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως κατηνέχθι το μοναστήριον ες μέγα χρέος κα τουν γούμενος ωννίκιος. πίρε σινοδια κα ποίησεν ες τν πόλιν κα του δόθη απο τον πατριάρχην η παρουσα πανταχουσα.*

Η εγκύκλιος (απανταχούσα) του Πατριάρχη Κύριλλου Λούκαρη του 1633 διασώζεται σε εξαιρετική κατάσταση, γραμμένη σε περγαμηνή από γραφέα της γραμματείας του Πατριαρχείου, φέρει τόσο την υπογραφή του Πατριάρχη όσο και τη σφραγίδα επικύρωσης του Βενετού βαΐλου, Πιέτρο Φοσκαρίνι. Τέτοια έγγραφα εκδίδονταν συχνά για την αναζήτηση οικονομικής στήριξης για μοναστήρια, εκκλησίες, πατριαρχεία ή και μεμονωμένα άτομα και, παρά τη τυποποιημένη γλώσσα τους, προσφέρουν πολύτιμες ματιές στην καθημερινή ζωή των κοινοτήτων και στις δυσκολίες της εποχής.

Η συγκεκριμένη εγκύκλιος αφορά τον Ηγούμενο Ιωαννίκιο της Μονής Δουσίκου στη Θεσσαλία, ο οποίος αναγκάστηκε να αναζητήσει πόρους για το μοναστήρι του. Η μονή, επανιδρυθείσα στα μέσα του 16ου αιώνα από τον Βησσαρίωνα Β’ μητροπολίτη Λάρισας, είχε εξελιχθεί σε σημαντικό πνευματικό, κοινωνικό και πολιτιστικό κέντρο, γνωστό για τη συλλογή χειρογράφων της, το ενεργό βιβλιογραφικό εργαστήρι της και τη σημαντική της προσφορά στην τοπική κοινωνία. Ωστόσο, μόλις ογδόντα χρόνια μετά την επανίδρυσή της, η μονή αντιμετώπιζε ήδη σοβαρά οικονομικά προβλήματα. Το έγγραφο αποκαλύπτει επίσης τη δυνατή αίσθηση αλληλεγγύης των Ελληνοορθόδοξων, που καλλιεργούνταν μέσω κοινών θρησκευτικών και κοινοτικών δεσμών.

Η εγκύκλιος προοριζόταν για τη βενετική επικράτεια, γεγονός που εξηγεί την επίσημη επικύρωση του βαΐλου. Ίσως οι στενές σχέσεις του Λούκαρη με τη Βενετία -κατά τη διάρκεια περίπλοκων διπλωματικών συνθηκών που οδήγησαν τελικά στον θάνατό του- να επηρέασαν την έκδοση της εγκυκλίου.

Έγγραφα όπως αυτό δεν είναι απλά μουσειακά αντικείμενα, αλλά αποτελούν ζωντανές ιστορικές φωνές. Διασώζονται σήμερα σε συλλογές όπως η Γεννάδειος Βιβλιοθήκη, και λειτουργούν σαν χρονοκάψουλες, προσφέροντας μια ζωντανή και ανθρώπινη ματιά στον ελληνόφωνο κόσμο σε μια κρίσιμη και συχνά ταραχώδη εποχή.  

* σύντομο σημείωμα νεότερης εποχής στο πίσω μέρος της περγαμηνής

Bottom of Form

Φίλιππος Ηλιού

Ιστορικός, Εμπνευστής του Βιβλιολογικού Εργαστηρίου

Φίλιππος Ηλιού. Ένας επονίτης στη Γεννάδειο

Ο ιστορικός Φίλιππος Ηλιού (1931-2004) διαμορφώθηκε τα δύσκολα χρόνια της Κατοχής και του Εμφυλίου. Το ενδιαφέρον και η πρώιμη ενασχόληση με την ιστορία, άμεσα συναρτημένα με την πολιτική του στράτευση, μαρτυρούνται από την περίοδο της μαθητείας του στο Αμερικανικό Κολέγιο, όπου η εργασία του για τον Αδαμάντιο Κοραή απέσπασε βραβείο εν έτει 1949, λίγο πριν τη διαγραφή του από το ίδρυμα εξαιτίας των πεποιθήσεών του.

Aυτοδίδακτος όπως πολλοί συνηλικιώτες του, βρήκε στη συνέχεια καταφύγιο στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη. Ο καθοδηγητής του στην παράνομη ΕΠΟΝ Κώστας Φιλίνης θυμόταν την έκπληξή του όταν διαπίστωνε πως, μεταξύ των παράνομων ραντεβού, σε αυτή τη βιβλιοθήκη ο Φίλιππος Ηλιού περνούσε καθημερινά τον χρόνο του. Και η Αικατερίνη Κουμαριανού, από την άλλη πλευρά, θυμόταν τη «ζηλότυπη έκπληξη» της ιστορικοφιλολογικής κοινότητας όταν κυκλοφόρησε το προϊόν εκείνης της ενασχόλησης.

Ήταν το πρώτο δημοσίευμα του  εικοσιδιάχρονου Φίλιππου Ηλιού Από την αλληλογραφία του Κοραή. Ανέκδοτα και ξεχασμένα γράμματα, το οποίο εκδόθηκε αυτοτελώς με αρωγή της Διεύθυνσης της Γενναδείου τον Ιούνιο του 1953, ενώ ο συντάκτης του όδευε στο Μακρονήσι για να υπηρετήσει στην απομόνωση την εικοσάμηνη θητεία του. Στην πρώτη αυτή «εμφάνιση», στο έπακρο τεκμηριωμένη και στοχαστική, είναι σαφή τα προμηνύματα του ιστορικού που θα πλουτίσει τις κοραϊκές σπουδές αλλά και θα σφραγίσει με τις ριζοτόμες μελέτες του τη σύγχρονη ελληνική ιστοριογραφία. 

Πόπη Πολίτη, Υπεύθυνη Βιβλιολογικού Εργαστήριου «Φίλιππος Ηλιού» 

Στέφανος Κακλαμάνης

Εθνικό & Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθήνας

Ποίημα Ερωτικόν, λεγόμενον Ερωτόκριτος, Συνθεμένον από τον ποτέ Ευγενέστατον ΒΙΤΖΕΝΤΖΟΝ τον ΚΟΡΝΑΡΟΝ Από την Χώραν της Σιτίας του Νησιού της Κρήτης. Βενετία, Αντόνιο Μπόρτολι, 1713.

Αναρωτιέμαι αν υπάρχει κάποιο άλλο ποίημα στη λογοτεχνία μας που με τέτοια τέχνη και πληρότητα να έκλεισε μέσα του τον παλμό του τόπου και του καιρού του τόπου του και να εξέφρασε το μεγαλείο ενός λαού στον αγώνα του για ελευθερία και προκοπή όπως ο «Ερωτόκριτος». Ως έντυπο βιβλίο, πραγματικό εγκόλπιο, το έκανε ευαγγέλιο της ψυχής του, ανάσα του και έμπνευσή του και πορεύτηκε με τους στίχους του μέσα στον χρόνο έχοντάς το συνοδοιπόρο και συμβουλάτορά του στους δρόμους τους πολλούς της καρδιάς και της ζωής. Ο «Ερωτόκριτος» γεννιέται στην Κρήτη τον καιρό της Αναγέννησης με τον ποιητή του να αποδίδει με τον λόγο και την αισθαντικότητά του ακόμη και τις πιο λεπτές αποχρώσεις της ζωής μιας κοινωνίας που βρισκόταν στην πιο καλή της ώρα. Η έκδοση του 1713, η πρώτη μιας μακράς σειράς επανεκδόσεών της που ίσαμε το 1915 ξεπερνούσαν τις 55, οριοθετεί την πορεία του «Ερωτόκριτου» προς τον κόσμο και προς την αιωνιότητα χάρη στην ανεπανάληπτη επιδραστικότητά του σε ένα λαό που γοητευμένος από τον απέριττο ύφος του ποιητή του το έκανε δικό του ακρόαμα και ανάγνωσμα, τραγούδι και επωδό, θέαμα και απόλυτη έκφραση του ωραίου και του αληθινού.

Με τον «Ερωτόκριτο» πορεύομαι κι εγώ, κοντά μισόν αιώνα, και με την ίδια πάντα πνοή και συγκίνηση, από τότε που κράτησα στα χέρια μου αυτό το αντίτυπο της Γενναδείου Βιβλιοθήκης, το παλαιότερο και, ώς πρόσφατα, το μοναδικό της πρώτης έκδοσης του έργου. 

Πανίτα Καραμανέα

Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο. Υπότροφος Schwarz στην Αστική Αρχιτεκτονική 2022-2023

Για την Έκθεση της επετείου των 100 ετών της Γενναδείου Βιβλιοθήκης, προτείνεται το χαρακτικό του Πανοράματος του Αττικού Πεδίου, του Stademann, το οποίο φυλάσσεται στη συλλογή. Το Πανόραμα αποτυπώνει το διαχρονικό και συμβολικό τοπίο της Αττικής — το οποίο θεωρείται εδώ και αιώνες τόπος πολιτιστικής «προέλευσης» του Δυτικού πολιτισμού. Αυτή η αποτύπωση του 19ου αιώνα, αντικατοπτρίζει τον τρόπο με τον οποίο καλλιτέχνες και μελετητές της περιόδου του Grand Tour έβλεπαν την Ελλάδα: όχι μόνο ως ταξιδιωτικό προορισμό, αλλά, επίσης, ως ιερό λίκνο της αρχαιότητας, της φιλοσοφίας και της δημοκρατίας. Σε αυτό το έργο διαχρονίας, οι απέραντες πεδιάδες, τα μακρινά βουνά και το απαλό φως προκαλούν μια αίσθηση αιωνιότητας — αποκαλύπτοντας ένα τοπίο που ενέπνεε δέος, τόσο στους αρχαίους φιλοσόφους, όσο και στους σύγχρονους περιηγητές. Η ρομαντική απεικόνιση του Stademann διασώζει μία εικόνα της Αττικής πριν από την επέκταση της σύγχρονης πόλης, θυμίζοντας τα ιδανικά τοπία που αναζητούσαν οι πρώτοι Ευρωπαίοι περιηγητές, ενώ αντανακλά τη ρομαντική γοητεία της αρχαίας Ελλάδας στην εποχή τους, η οποία ταυτίζεται με το πνεύμα των πρώιμων κλασικών σπουδών και εξερεύνησης. Το έργο του ευθυγραμμίζεται με τις ακαδημαϊκές και καλλιτεχνικές παρορμήσεις που οδήγησαν στη δημιουργία ιδρυμάτων όπως η Γεννάδειος Βιβλιοθήκη, ενός χώρου αφιερωμένου στη μελέτη, την αναζήτηση, τη διάσωση και την ανάδειξη της πολιτιστικής κληρονομιάς της Ελλάδας. Το χαρακτικό χρησιμεύει, τόσο ως ιστορικό ντοκουμέντο, όσο και ως οπτική ηχώς των αξιών που διαμόρφωσαν την κλασική ακαδημαϊκή ζωή κατά τον 19ο αιώνα. Επιλέγοντας αυτό το έργο, έχω ως στόχο να τονίσω πόσο οι καλλιτεχνικές αναπαραστάσεις έχουν συμβάλει στην οπτική και συναισθηματική μας αντίληψη του κλασικού κόσμου, πολύ πριν από την εφεύρεση της φωτογραφίας και τις σύγχρονες ανασκαφικές, γεγονός που έχει επηρεάσει και την προσωπική μου έρευνα και εργασία στην κατανόηση του τοπίου της Αττικής. Συμπεριλαμβάνοντας το στην έκθεση, επιθυμώ, πρώτον, να τιμήσω τις αλληλένδετες παραδόσεις της καλλιτεχνικής αναπαράστασης, της αρχαιολογικής έρευνας και της διαρκούς δύναμης της Αττικής ως συμβολικής και πνευματικής πατρίδας της Δύσης και δεύτερον να αναδείξω την πλούσια, μοναδική και σημαντική συλλογή της Γενναδείου Βιβλιοθήκης.

Αλεξάνδρα Κούμπουλη

Μεταδιδακτορική Ερευνήτρια, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων. Υπότροφος Schwarz στην Αστική Αρχιτεκτονική 2025-2026

Κατά τη διάρκεια της υποτροφίας μου Schwarz στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη, είχα την ευκαιρία να μελετήσω μέρος της συλλογής του Edward Lear που σχετίζεται με τη Θεσπρωτία της Ηπείρου. Ο εντοπισμός αυτού του υλικού υπήρξε απροσδόκητα αισθαντικός. Πάνω από μια δεκαετία νωρίτερα, το 2014, είχα επισκεφτεί μια έκθεση στο Αρχαιολογικό Μουσείο Ηγουμενίτσας που παρουσίαζε τις απεικονίσεις του Lear για την περιοχή. Εκείνη την εποχή, είχα μόλις αρχίσει να αναπτύσσω το ερευνητικό μου ενδιαφέρον για την αρχιτεκτονική της Θεσπρωτίας, κατά την ύστερη οθωμανική περίοδο. Τα σχέδια του Lear – ακριβή, τόσο ως προς το φυσικό τοπίο, όσο και ως προς τα κτίρια – προσέφεραν μια σπάνια οπτική μαρτυρία για τόπους, πύργους, σπίτια και οικισμούς που έκτοτε έχουν εξαφανιστεί ή έχουν αλλάξει δραματικά. Ανάμεσα σε αυτά τα έργα, υπάρχει ένα σχέδιο που αφορά στην πόλη των Φιλιάτων, τη γενέτειρά μου. Ο Lear είχε περάσει από την περιοχή μόνο για λίγο, κατά τη διάρκεια των ταξιδιών του, ωστόσο η εικόνα του αποτύπωσε στοιχεία ενός τοπίου και ενός δομημένου περιβάλλοντος, που αργότερα θα γίνονταν κεντρικό στοιχείο της ακαδημαϊκής μου πορείας. Χρόνια αργότερα, κάνοντας έρευνα στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη και συναντώντας αυτά τα υλικά στις συλλογές της, ένιωσα μια βαθιά αίσθηση συνέχειας. Το σχέδιο φάνηκε να σηματοδοτεί την αρχή του δικού μου πνευματικού ταξιδιού. Μου θύμισε τη διαχρονική δυναμική του τόπου – και την περιέργεια που με οδήγησε στην αρχή της πορείας μου στην εξερεύνηση των  αρχιτεκτονικών και ιστορικών τοπίων της ιδιαίτερης πατρίδας μου. 

Νατάσα Λαιμού

Επισκέπτρια Ερευνήτρια, King’s College Λονδίνου

Crusius, Martin, 1526-1607. Turcogræciæ libri octo / a Martino Crusio ... ; quibus Graecorum status sub Imperio Turcico, in politia & ecclesia, oeconomia & scholis, iam inde ab amissa Constantinopoli, ad hæc usque tempora, luculenter describitur ; cum indice copiosissimo. Tvrcograeciae libri octo. - Basilae : per Leonardum Ostenium, Sebastiani Henricpetri impensa, 1584. [42], 557, [ 559], [1] σ., [1] εικονογραφημένο φύλλο : ill., θυραιός, λιμάνια ; 32 εκ. (fol.).

Σε αυτόν τον τόμο περιλαμβάνεται ένα από τα πρώτα έντυπα παραδείγματα διαπολιτισμικών σχέσεων μεταξύ Οθωμανών και Ελλήνων, καθώς και το παλαιότερο δείγμα τουρκικής γραφής γραμμένης με το ελληνικό αλφάβητο, αργότερα γνωστής ως καραμανλίδικης. Το τουρκικό κείμενο είναι μια μετάφραση του Αχμέτ,  Καδή της Βέροιας, της «πλήρους αληθείας» της χριστιανικής πίστεως, που συνέταξε ο Πατριάρχης Γεννάδιος Σχολάριος για τον Μωάμεθ τον Πορθητή, ενώ συνοδεύεται από το πρωτότυπο ελληνικό κείμενο. Αποτελεί μέρος της πρώτης έντυπης μαρτυρίας που έχουμε για τη συνάντηση μεταξύ του Πορθητή και του Πατριάρχη, στη Μονή Παμμακάριστου της Κωνσταντινούπολης. Αν και δημοσιεύτηκε πάνω από έναν αιώνα αργότερα, διατηρεί τον χαρακτήρα της ζώσας Ιστορίας. Ένα άλλο πολύ σημαντικό χαρακτηριστικό του βιβλίου είναι η συμπερίληψη κειμένων, τα οποία δείχνουν τα πρώτα σημάδια του ενδιαφέροντος των Ευρωπαίων μελετητών για την Ιστορία της νεότερης Ελλάδας, όπως και για τη νεότερη ελληνική γλώσσα. Η παρουσία του στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη τεκμηριώνει, για άλλη μια φορά, το εύρος των συλλεκτικών ενδιαφερόντων του Ιωάννη Γενναδίου, κατά τη διάρκεια μίας εποχής που η Οθωμανική Ελλάδα δεν ενδιέφερε ιδιαίτερα το ευρύ κοινό. 

Αλέξης Μάλλιαρης

Βοηθός Αρχειονόμος, ΑΣΚΣΑ

AVVISI

Ειδησεογραφικά έντυπα των βενετο-οθωμανικών συγκρούσεων. Πρόκειται για ολιγοσέλιδα φυλλάδια, προδρομική μορφή των εφημερίδων, αρχικώς χειρόγραφα και εν συνεχεία έντυπα. Με ευρεία κυκλοφορία στην Ευρώπη, ειδικά κατά τον 16ο και τον 17ο αιώνα, αποτέλεσαν την κύρια πηγή πληροφόρησης του ευρωπαϊκού κόσμου περί συμβάντων θαυμαστών, πολεμικών, εμπορικών, διπλωματικών κ.α. Η Βενετία κατ’ εξοχήν, καθώς και άλλες πόλεις της Ιταλίας, αποτέλεσαν βασικά κέντρα συγκέντρωσης και διάχυσης των ειδήσεων από την βενετοκρατούμενη και οθωμανοκρατούμενη ελληνική Ανατολή. Εν συνεχεία, πόλεις της Γαλλίας, της Αγγλίας, της Γερμανίας, της ιβηρικής χερσονήσου και της Ολλανδίας υπήρξαν επίσης κέντρα εκδόσεως αυτών των εφήμερων ενημερωτικών εντύπων, τα οποία λειτούργησαν ως οι πρώτοι διαμορφωτές της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης των νεώτερων χρόνων.

Το συγκεκριμένο ιταλόγλωσσο έντυπο, έχει εκδοθεί στη Βενετία, από τον γνωστό τυπογράφο της εποχής Antonio Pinelli, το 1687. Μεταδίδει τη βενετική κατάληψη της πόλεως των Αθηνών από τα στρατεύματα του αρχιστράτηγου Francesco Morosini και καταγράφει τον βενετικό βομβαρδισμό του οθωμανικού οπλοστασίου, δηλαδή του Παρθενώνα, με τις καταστρεπτικές συνέπειες για τον περίφημο αρχαίο ναό. Στη σελίδα τίτλου υπάρχει εμφατικής σημασίας απεικόνιση της Βενετίας, με σαφέστατη πολιτική συνδήλωση, καθήμενης επί του λέοντος του Αγίου Μάρκου, κραδαίνοντας στο δεξιό της χέρι σπαθί-σύμβολο του πολέμου και στο αριστερό τον ζυγό της δικαιοσύνης. 

Μεταξία Μαρκάκη

Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας. Υπότροφος Schwarz στην Αστική Αρχιτεκτονική 2024-2025

Απόσπασμα από βιντεο-δοκίμιο για την αρχειακή έρευνα στο αρχείο Κωνσταντίνου Δ. Καραβίδα (GR GL KDK 086), ΑΣΚΣΑ.

Μια από τις σημαντικότερες ανακαλύψεις μου κατά τη διάρκεια της υποτροφίας μου στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη ήταν το προσωπικό αρχείο του Κωνσταντίνου Δ. Καραβίδα – μιας καθοριστικής αλλά ακόμη σχετικά ανεξερεύνητης μορφής για τη μελέτη της αγροτικής Ελλάδας του 20ού αιώνα. Προς μεγάλη μου έκπληξη, το αρχείο αποδείχθηκε εξαιρετικά εκτενές και πλούσιο: περισσότερα από 150 αρχειακά κουτιά γεμάτα χειρόγραφες σημειώσεις, σκίτσα, αλληλογραφία, λογοτεχνικά προσχέδια, αλλά και επίσημα κρατικά έγγραφα και εκθέσεις. Αυτό που ξεκίνησε ως μια απλή πρόθεση να συμβουλευτώ συγκεκριμένα τεκμήρια, εξελίχθηκε σταδιακά σε μια συστηματική και επίμονη ενασχόληση: μέσα στη χρονιά άρχισα να δουλεύω το αρχείο προσεκτικά, κουτί προς κουτί. Και όσο προχωρούσα, τόσο συνειδητοποιούσα ότι το βάθος και η έκτασή του ξεπερνούσαν κατά πολύ τις αρχικές μου προσδοκίες, ανοίγοντας διαρκώς νέες κατευθύνσεις έρευνας.

Στα κείμενα του Καραβίδα με γοήτευσε ιδιαίτερα η μορφή του Αστο-χωρικού – ενός υβριδικού ανθρώπου που κινείται ανάμεσα στην πόλη και την περιφέρεια, ανήκοντας ταυτόχρονα και στους δύο κόσμους. Πρόκειται για μια μορφή που ανατρέπει την κυρίαρχη ιδέα της περιφέρειας ως εγκαταλελειμμένης ή «άδειας». Αντίθετα, ενσαρκώνει τη φροντίδα, τη δυνατότητα δράσης και το δικαίωμα του να ανήκεις και να κατοικείς σε πολλαπλούς τόπους. Αντλώντας από τα λογοτεχνικά και πολιτικά κείμενα του Καραβίδα, αλλά και από τη διανοητική συμβολή της συζύγου του, Τούλας, και της κόρης του, Ζωής Καραβίδα, η αρχειακή μου έρευνα επιχείρησε να διερευνήσει μια εναλλακτική επιστημολογία – πιθανώς ριζωμένη σε φεμινιστικές και δια-επιστημολογικές διαστάσεις. Το υλικό αυτό, σε διάλογο με προφορικές μαρτυρίες και με επιτόπια έρευνα που πραγματοποίησα στην Αρκαδία και στο Μαίναλο, με οδήγησαν στην ανάδυση περιθωριοποιημένων αλλά οραματικών πρακτικών, που υποδεικνύουν νέα κοινωνικο-οικολογικά φαντασιακά. Από αυτό το «περιφερειακό» τοπίο αναδύεται όχι μόνο μια κριτική κριτική απέναντι στην εξορυκτική αστικοποίηση, αλλά και ριζοσπαστικές προτάσεις για συμμετοχή, κοινοτική συνύπαρξη και οικολογική συμβίωση.

Ανταποκρινόμενη στον εξαιρετικό πλούτο και στις αισθητηριακές ποιότητες του αρχείου Καραβίδα, ανέπτυξα μια πειραματική, αυτοεθνογραφική μέθοδο για να τεκμηριώσω τη σχέση μου με το υλικό. H χειροπιαστή και συναισθηματική διάσταση των χειρόγραφων σημειώσεων, των σκίτσων και των εγγράφων, με ώθησαν να κινηματογραφίσω τις ίδιες της αλληλεπιδράσεις μου με το αρχείο.

Η προσέγγιση αυτή λειτούργησε όχι μόνο ως προσωπικό ερευνητικό υπόμνημα, αλλά και ως απόπειρα να γίνουν ορατές οι συχνά αθέατες διεργασίες της αρχειακής ανακάλυψης: οι υφές του χαρτιού, οι κινήσεις των χεριών, οι μικρές αισθητηριακές εντυπώσεις που τελικά διαμορφώνουν την ερμηνεία. Top of FormΦέρνοντας στο προσκήνιο τη υλικότητα του αρχείου, επιδίωξα να αναδείξω το βάθος και τη σημασία του, αλλά και να ανοίξω τον δρόμο για νέες μορφές επιστημονικής έκφρασης, όπως το βιντεο-δοκίμιο. Το έργο αυτό, που βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη, αποτελεί ταυτόχρονα μια μεθοδολογική πρόταση και έναν στοχασμό πάνω στη βιωματική, ενσώματη διάσταση της αρχειακής έρευνας. .

Top of Form

Γεώργιος Μαυρογορδάτος

τ. Καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης ΕΚΠΑ

Παρόλο που αποτελεί το προφανές και πράγματι αναπόφευκτο θεμέλιο των ελληνοτουρκικών σχέσεων, λίγοι Έλληνες σχολιαστές και υποτιθέμενοι ειδικοί σήμερα φαίνεται να έχουν διαβάσει εις βάθος τη Συνθήκη της Λωζάνης (1923) και τη συνημμένη Σύμβαση σχετικά με την ανταλλαγή ελληνικών και τουρκικών πληθυσμών. Ακόμα λιγότεροι φαίνεται να έχουν διαβάσει τα πρακτικά των πραγματικών εργασιών της Διάσκεψης που παρήγαγε αυτές τις διεθνείς Συμφωνίες. Όταν τους ζητηθεί, κάποιοι δεν ξέρουν καν πού να τα βρουν!

Μπορεί κανείς φυσικά να τα βρει στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη, όπως έκανα κι εγώ. Η Βιβλιοθήκη διαθέτει όχι μόνο την επίσημη γαλλική έκδοση, αλλά και το βρετανικό αντίστοιχό της, όπως και μια συλλογή βρετανικών εγγράφων για τη Συνθήκη της Λωζάνης που εκδόθηκαν στην Κωνσταντινούπολη από το Πανεπιστήμιο Μπογκαζιτσί.

Alper Metin

Υπότροφος Cotsen Traveling 2024-2025

Cronico delle famiglie nobili venete che habitorono in regno di Candia ò mandate in colonia ò capitate con altre occasioni sino al tempo che il regno stesso passò sotto il dominio de’ turchi, con le discendenze di quelle che ripatriate in detto tempo s’attrovano tuttavia in Venetia (1670), ταξινομικός αριθμός Gennadius MSS 98 (αρχική συλλογή του Ιωάννη Γενναδίου)

Το Cronico του Τζοβάνι Μπατίστα Μουάτσο είναι κάτι περισσότερο από μία ακολουθία γενεαλογικών αναφορών. Είναι μια ζωντανή μαρτυρία της ενετικής παρουσίας στην Ανατολική Μεσόγειο. Χαρτογραφώντας προσεκτικά τις πορείες των οικογενειών των πατρικίων της Κρήτης – με την παρουσία τους, είτε στο πλαίσιο των αποικιακών καθηκόντων τους, είτε της στρατιωτικής τους θητείας, ή των εμπορικών τους δραστηριοτήτων – εντοπίζει τα ίχνη τους έως την οθωμανική κατάκτηση του νησιού.

Κατά τη διάρκεια της έρευνάς μου στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη ως Υπότροφος Cotsen Travel το 2025, είχα το προνόμιο να εξετάσω σε βάθος αυτό το χειρόγραφο. Η αξία του για την έρευνά μου είναι πολύ μεγάλη, διότι ρίχνει φως στην ενετική διασπορά στο Αιγαίο και τις περίπλοκες εμπλοκές της με την οθωμανική πραγματικότητα, τον δέκατο έβδομο και τον δέκατο όγδοο αιώνα. Διασταυρώνοντας επώνυμα που αναφέρει ο Μουάτσο με εκείνα των  αρχείων των καθολικών ενοριών των μεγάλων οθωμανικών κέντρων –  όπως της Κωνσταντινούπολης, της Σμύρνης, της Χίου, της Λέσβου και της Τήνου – μπορούμε να παρακολουθήσουμε τον τρόπο, με τον οποίο ορισμένες από αυτές τις οικογένειες δημιούργησαν νέες ρίζες σε ποικίλα οθωμανικά αστικά και νησιωτικά περιβάλλοντα και  πως διατήρησαν την ταυτότητά τους, ενώ παράλληλα προσαρμόζονταν σε μεταβαλλόμενα πολιτικά και ομολογιακά περιβάλλοντα. Μέσα από το πρίσμα του Μουάτσο, αναδύονται πρότυπα συγγένειας, συμμαχίας και κινητικότητας που διαμόρφωσαν όχι μόνο την ενετική κοινωνία αλλά και τον πολιτιστικό και αρχιτεκτονικό ιστό της ευρύτερης Μεσογείου. Εν αναμονή της εκατονταετηρίδας της Βιβλιοθήκης, το Cronico αποτελεί λαμπρό παράδειγμα του πλούτου των συλλογών της και του διαρκούς ρόλου τους στην προώθηση της μελέτης της διασύνδεσης των μεσογειακών κόσμων. Ανυπομονώ να παρουσιάσω αυτά τα ευρήματα στις υπό δημοσίευση μελέτες μου.  

Lynda Mulvin

Πανεπιστημιακό Κολλέγιο Δουβλίνου

Ανάμεσα στους πολύτιμους θησαυρούς της Γενναδείου Βιβλιοθήκης ξεχωρίζει ένα αντίτυπο του έργου The Arabian Antiquities of Spain (1815) του αρχιτέκτονα James Cavanah-Murphy (1760–1814). Το βιβλίο αυτό, όπως έχει δείξει και η ιστορικός του βιβλίου Λεονόρα Ναβάρη, αποτελεί ένα πραγματικό αρχιτεκτονικό διαμάντι: μια εντυπωσιακή καταγραφή μνημείων της Ανδαλουσίας, στη νότια Ισπανία, όπως σώζονταν γύρω στο 1800.

Ο Cavanah-Murphy αποτύπωσε συστηματικά το Μεγάλο Τζαμί της Κόρδοβας, τα Ανάκτορα της Αλάμπρας και τη Βασιλική Έπαυλη του Χενεραλίφε στη Γρανάδα, κάνοντας μια πλήρη αρχιτεκτονική αποτύπωση με ακριβείς μετρήσεις: κατόψεις, όψεις, τομές και προοπτικές απεικονίσεις. Το αντίτυπο που φυλάσσεται στη Γεννάδειο είναι ακόμη πιο ξεχωριστό, καθώς περιλαμβάνει πρόσθετες εικονογραφήσεις οι οποίες φανερώνουν τη μεθοδολογία του. Μέσα από αυτές βλέπουμε πώς αναζητούσε πρότυπα της μεσαιωνικής αρχιτεκτονικής, με στόχο να ανοίξει νέους τρόπους έκφρασης για τους σύγχρονους αρχιτέκτονες και επαγγελματίες της εποχής του.

Τα προκαταρκτικά του σχέδια, που διασώζονται σε αυτό το μοναδικό αντίτυπο, αποκαλύπτουν ολόκληρη τη δημιουργική του διαδικασία: από μικρά, πρόχειρα σκίτσα τσέπης με οδηγίες προς τους χαράκτες, μέχρι λεπτομερή τοπογραφικά σχέδια και εντυπωσιακές συνθέσεις επιχρωματισμένες στο χέρι. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο πρόσθετος Πίνακας XXXII, που απεικονίζει μια εσοχή (αλκόβα) στην Αλάμπρα.

Καθώς προχωρούσε προς την τελική δημοσίευση, τα ολοκληρωμένα σχέδια — κατόψεις, τομές και όψεις — μετατρέπονταν σε χαρακτικά μέσα από τη συνεργασία του με καλλιτέχνες και χαράκτες. Η δεξιοτεχνία του γίνεται φανερή στον τρόπο που οργανώνει τα επιμέρους στοιχεία μιας συνολικής αποτύπωσης. Ιδιαίτερα εντυπωσιακή είναι η επίγνωσή του ότι το σχέδιο λειτουργεί ως «φακός» της αρχιτεκτονικής: μέσα από αυτόν τον συνδυασμό μέσων και τεχνικών αναδεικνύονται τα πολιτισμικά χαρακτηριστικά των μνημείων, προσφέροντας μια εξαιρετική και βαθιά αρχιτεκτονική αποτίμηση. 

Emily Neumeier

Πανεπιστήμιο Temple

Σκέψεις

Γουίλιαμ Χέιγκαρθ,  Ακρόαση από τον Αλή Πασά στα Ιωάννινα, 1810, Μελάνι σε χαρτί. Αμερικανική Σχολή Κλασική Σχολή της Αθήνας, Γεννάδειος Βιβλιοθήκη.

Είδα για πρώτη φορά αυτήν την εικόνα στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη, όταν έψαχνα τα μπλοκ σχεδίασης του Βρετανού περιηγητή Γουίλιαμ Χέιγκαρθ. Ανυπομονούσα να δω αυτά τα σχέδια για τη διδακτορική μου διατριβή με θέμα το αρχιτεκτονικό πρόγραμμα του Αλή Πασά, επειδή θα μου πρόσφεραν μια πρώτη ματιά στο βασίλειο του κυβερνήτη στα Ιωάννινα, το οποίο ο Χέιγκαρθ είχε επισκεφτεί το 1810-1811. Όταν έπεσα πάνω σε αυτή τη συγκεκριμένη σελίδα στο μπλοκ σχεδίασης του Χέιγκαρθ, χάρηκα πολύ επειδή ήταν η πρώτη εικόνα που είδα ποτέ μου με τον Αλή Πασά στο ανάκτορό του, η οποία εκπονήθηκε από κάποιον που είχε συναντήσει τον κυβερνήτη. Πριν από τότε, είχα δει πολλές άλλες αναπαραστάσεις του Αλή Πασά σε ευρωπαϊκά χαρακτικά, εντούτοις όλες είχαν φιλοτεχνηθεί από καλλιτέχνες που δεν είχαν επισκεφθεί ποτέ την Ελλάδα. Αυτό που μου προξένησε εντύπωση ήταν η μεγάλη διαφορά που παρατήρησα μεταξύ αυτών των απεικονίσεων και του έργου του Χέιγκαρθ, καθώς ο Αλή Πασάς περιβάλλεται από όλα τα μέλη της αυλής του. Είναι μια σκηνή που χαρακτηρίζεται από πολυκοσμία — σε μια γωνία σερβίρεται καφές σε δύο άντρες (ο ένας φοράει την τυπική ενδυμασία ενός ορεσίβειου Χριστιανού πολεμιστή και ο άλλος τουρμπάνι και το μουσουλμανικό αντερί), ενώ στην άλλη πλευρά της αίθουσας στέκεται ο γλωσσομαθής διερμηνέας του Αλή Πασά από την Κέρκυρα και ένας γραμματέας του, που σκύβουν για να γράψουν το μπουγιουρντί που θα επέτρεπε στον Χέιγκαρθ να ταξιδέψει, διασχίζοντας τις οθωμανικές επικράτειες. Τελικά, αυτή η απεικόνιση αντανακλά την κοσμοπολίτικη φύση της αυλής του Αλή Πασά ως έναν πραγματικό κόμβο συνάντησης μεταξύ Ευρώπης και Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, μεταξύ Ανατολής και Δύσης, μεταξύ Χριστιανών και Μουσουλμάνων — ενώ καθισμένος στο κέντρο όλων αυτών, βρίσκουμε τον Αλή Πασά. 

Νίκος K. Νικολαΐδης

Ερευνητής, Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών. Υπότροφος Kathryn και Peter Yatrakis 2023-2024

Η Αίθουσα Σταθάτου μπήκε στη ζωή μου σταδιακά. Την είδα, για πρώτη φορά, σε ένα άρθρο για τους θησαυρούς της Γενναδείου. Όταν τελικά μπήκα μέσα, αυτό που με εντυπωσίασε δεν ήταν η μεγαλοπρέπειά της, αλλά η οικειότητά της –  η αίσθηση της εισόδου σε έναν χώρο που στήθηκε με φροντίδα, μνήμη και σκοπό.

Τη δεκαετία του 1920, η Ελένη Σταθάτου συνέθεσε αυτό το εσωτερικό από θραύσματα του οθωμανικού κόσμου: ένα τέμπλο που διασώθηκε από μια κατεδαφισμένη εκκλησία στην Άρτα, ένα ξύλινο σεντούκι που μετατράπηκε σε ξυλεπένδηση και πλακάκια Ιζνίκ που αγοράστηκαν στο Παρίσι και τοποθετήθηκαν γύρω από το τζάκι. Έχοντας γεννηθεί στην Ιστάνμπουλ, ένιωσα εδώ κάτι παράξενα οικείο,  τη ζεστασιά του παλαιωμένου ξύλου, τη λάμψη των γυαλιστερών πλακιδίων, την παρουσία εικόνων που προσδίδουν στο δωμάτιο μια σχεδόν ιερή ηρεμία.

Ως υπότροφος Κάθριν και Πίτερ Γιατράκης στη Γεννάδειο για το 2023–2024, μελέτησα ένα άλλο αθηναϊκό σαλόνι: αυτό της οικοδέσποινας των αρχών του δέκατου ένατου αιώνα, κυρίας Μασσόν. Εκείνο το εσωτερικό, επίσης, ήταν ένα σκηνικό συνάντησης, όπου η ελληνορθόδοξη ελίτ, οι Ευρωπαίοι περιηγητές και οι Οθωμανοί αξιωματούχοι συγκεντρώνονταν ανάμεσα σε βελούδινα μαξιλάρια, χαλιά με ζωηρά χρώματα και επίχρυσα αντικείμενα. Όπως η Μασσόν, έτσι και η Σταθάτου διαμόρφωσε τον εσωτερικό της χώρο επί σκοπώ, συνδυάζοντας αντικείμενα, υλικά, γεωγραφικές περιοχές και ιστορίες για να δημιουργήσει έναν βαθιά προσωπικό χώρο. Και οι δύο γυναίκες μετέτρεψαν την οικιακή σφαίρα σε χώρο πολιτισμικής διαπραγμάτευσης.

Η Αίθουσα Σταθάτου ενσαρκώνει για μένα το πνεύμα της Γενναδείου Βιβλιοθήκης: τη διατήρηση όχι ως στασιμότητα, αλλά ως ζωντανό διάλογο –  μεταξύ παρελθόντος και παρόντος, ακαδημαϊκής γνώσης και εαυτού. 

Γιώργος Νούσης

Υποψήφιος διδάκτορας Ευρωπαϊκής Ιστορίας, ΕΚΠΑ

Μνημονικά ίχνη ενός παρελθόντος

Ένα εισιτήριο θεάτρου, το δελτίο παραγγελίας ενός βιβλίου από μια βιβλιοθήκη, ένα μενού, μία δημοσίευση στον Τύπο για το Λαυρεωτικό ζήτημα, μία πρόσκληση σε δείπνο, ένα εισιτήριο εισόδου στη Διεθνή Έκθεση του Παρισιού, ένα φυλλάδιο για τη σφαγή στο Δήλεσι. Τα παραπάνω ενδεικτικά τεκμήρια, συγκροτούν ένα προσωπικό corpus πηγών και ταυτόχρονα, ανασυστήνουν το προσωπικό σύμπαν ενός ανθρώπου που έζησε από το 1844 έως το 1932: του Ιωάννη Γενναδίου.

Το 2024, είχα τη χαρά να συμμετάσχω στο πρόγραμμα τεκμηρίωσης και ψηφιοποίησης τμήματος της συλλογής του Ιωάννη Γενναδίου και συγκεκριμένα, των λευκωμάτων που διατηρούσε. Η ετερογένεια του υλικού και η ιδιαιτερότητά του -προϊόν της «αυστηρής» επιλογής στη διάταξη και τη δομή των τεκμηρίων από τον ίδιο τον Ι. Γεννάδιο- είναι νομίζω τα πρώτα πράγματα που παρατηρεί κανείς.

Ανακαλώντας στη μνήμη μου ως ιστορικός, τη διαδικασία τεκμηρίωσης αυτού του υλικού, σκέφτομαι -πέραν της αδιαμφισβήτητης αξίας και της μοναδικότητάς του, ως μνημονικού αποτυπώματος ενός σημαίνοντος ιστορικού προσώπου- το υποκείμενο και το έργο του ως υποθέσεις ιστορικής έρευνας: πως θα μπορούσε να μελετήσει κανείς τη συγκρότηση της μνήμης του Ιωάννη Γενναδίου; Πώς μπορούμε να ξαναδιαβάσουμε πτυχές της ιστορίας του ελληνικού κράτους μέσα από τις προσωπικές διαδρομές των ανθρώπων;

Σκέφτομαι πως μία προσωπική συλλογή έχει δύο κατευθύνσεις: μας μιλά τόσο για το παρελθόν όσο και για το ίδιο το δρων υποκείμενο. Εν προκειμένω, θα μπορούσε κανείς να δει την πολύτιμη συλλογή του Ι. Γενναδίου ως πηγή πληροφοριών και ταυτόχρονα, ως μία προσπάθεια αφηγηματοποίησης του παρελθόντος· να δει τον Ι. Γεννάδιο, τόσο ως πολιτικό πρόσωπο όσο και ως θεματοφύλακα της δημόσιας μνήμης του. Και αυτό είναι αν μη τι άλλο, κάτι συναρπαστικό. 

Σταύρος Οικονομίδης

Διευθυντής της Ελληνοαλβανικής Αρχαιολογικής Αποστολής στο Τριεθνές των Πρεσπών. Υπότροφος Demos 2022-2026

The Travel Trails Project – Ταξίδια και Εξερευνήσεις στην Ανατολική Μεσόγειο, 1500 – 1830

Ως αρχαιολόγος μελετώ τους παλαιούς Ευρωπαίους περιηγητές για κάτι περισσότερο από τριάντα χρόνια και τώρα καταχωρώ κείμενα Ευρωπαίων περιηγητών για το Travel Trails Project τα τελευταία τρία. Βρήκα αυτήν την πλατφόρμα ιδανικό εργαλείο έρευνας για τις δικές μου μελέτες, καθώς προσφέρει τη μοναδική δυνατότητα να εντοπίσω την πλειονότητα των σημειώσεων των περιηγητών μέσω ετικετών που σχετίζονται με συγκεκριμένα θέματα. Χρησιμοποιώντας την πλατφόρμα του Travel Trails, μπορεί κανείς να εντοπίσει θέματα και ετικέτες ως σελιδοδείκτες, αρχεία βάσης δεδομένων και μεταδεδομένων, περιηγούμενος σε κείμενα γεμάτα πληροφορίες κάθε είδους, για μια τεράστια γεωγραφική περιοχή που αφορά την Ανατολική Μεσόγειο, τον ελληνικό χώρο και το Λεβάντε. Για μια περίοδο τεσσάρων αιώνων, ταξιδιώτες, διπλωμάτες, καλλιτέχνες, επιστήμονες, ιερείς, ιεραπόστολοι, έμποροι, πειρατές και άλλοι, που έτυχε να διασχίσουν τα Βαλκάνια, το Ιόνιο και το Αιγαίο Πέλαγος, τη Βόρεια Αφρική, τη Συροπαλαιστίνη και την Ανατολία για διαφορετικούς λόγους ο καθένας, έγραψαν, περιέγραψαν, παρατήρησαν και διατήρησαν μνήμες πολιτισμών, εθίμων, κοινωνικών συμπεριφορών, πολέμων και επαναστάσεων, καθώς και χιλιάδες αρχαιότητες, που δεν υπάρχουν πια σήμερα ή έχουν απομακρυνθεί από τις πατρίδες τους.

Από μια συλλογή σχεδόν 500 τίτλων, έχω μέχρι στιγμής αναζητήσει και ανακαλύψει, χάρη στο Travel Trails, πολύτιμες πληροφορίες που σχετίζονται με τις αρχαιολογικές μου μελέτες, καθώς και θέματα που άνοιξαν νέους ορίζοντες στην έρευνά μου. Χρησιμοποιώντας το Travel Trails καταφέρνω να εντοπίζω πιο εύκολα και πιο γρήγορα θέσεις, μνημεία και πρόσωπα ανά τους αιώνες, ανά χώρες και ανά έθνη. 

Ayşe Ozil

Πανεπιστήμιο Sabanci

Βρέθηκα για πρώτη φορά στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη το 2000 και από τότε περνάω από τη βιβλιοθήκη σχεδόν κάθε χρόνο για να συμβουλευτώ τις πλούσιες συλλογές της που αυξάνονται και πληθαίνονται. Έχω λοιπόν υπάρξει αναγνώστρια 25 χρόνια, ένα τέταρτο της ζωής της δηλαδή, και ξέρω καλά τη χαρά του να βυθίζεσαι στη μελέτη των αρχειακών της θησαυρών: ένα σπάνιο ταξιδιωτικό ημερολόγιο κάποιου Έλληνα κατοίκου της νότιας Μικράς Ασίας από τα μέσα του 19ου αιώνα, σειρές ελληνικών εφημερίδων της Κωνσταντινούπολης των αρχών του 20ού αιώνα και το διοικητικό καταστατικό μιας ελληνικής κοινότητας σε μια βαλκανική πόλη κατά την οθωμανική περίοδο, ανάμεσα σε πλήθος χειρόγραφων, δακτυλογραφημένων αναφορών, σχεδίων ή φωτογραφιών.

Η Γεννάδειος Βιβλιοθήκη αποτελεί σήμερα κορυφαίο πρότυπο διαφύλαξης και προβολής της ιστορίας των ελληνικών κοινοτήτων στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Οι οραματιστές της δεκαετίας του 1920 είχαν ήδη αντιληφθεί την ιστορική σημασία της ανταλλαγής πληθυσμών μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας το 1923 και έθεσαν τα θεμέλια μιας επιστημονικής παράδοσης που διασφάλιζε τα αρχεία του ελληνισμού μέσα από τις στάχτες της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Αυτή η παράδοση υπήρξε ζωτικής σημασίας για την κατανόηση και μελέτης της περίπλοκης ιστορίας των Οθωμανών Ελλήνων.

Η Γεννάδειος Βιβλιοθήκη δεν περιορίζεται απλώς στο να προσφέρει τις πηγές στον αναγνώστη· δημιουργεί μια ατμόσφαιρα που φέρνει κοντά τους μελετητές και διευκολύνει την πνευματική ανταλλαγή, προάγοντας μια κριτική και ισορροπημένη προσέγγιση σε θέματα δύσκολα, συχνά φορτισμένα από εθνικιστικά στερεότυπα ή περιορισμένα από απαγορευμένα αφηγηματικά σχήματα. Πιστή στην αποστολή της με χάρη και επαγγελματισμό, η Γεννάδειος διαφυλάττει τα κατάλοιπα ενός παρελθόντος που έχει χαθεί και τα καθιστά προσβάσιμα στην έρευνα. Με άλλα λόγια, διατηρεί τη στιβαρή πνευματική της παράδοση, ενώ ανταποκρίνεται στις νέες τεχνολογικές απαιτήσεις της σύγχρονης βιβλιοθηκονομίας.

Πάνω από όλα, η Γεννάδειος Βιβλιοθήκη παραμένει ένα ασφαλές καταφύγιο για τη γνώση και τους μελετητές.  

Curtis Runnels

Πανεπιστήμιο Βοστώνης

Τα μυκηναϊκά ημερολόγια του Σλήμαν

Τα μικρά πράγματα μπορεί να έχουν μεγάλες συνέπειες. Για μένα ήταν ένα εύρημα από το Αρχείο του Ερρίκου Σλήμαν. Εκατό χρόνια μετά τον θάνατο του Σλήμαν, διοργανώθηκε μια έκθεση στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη, με τίτλο «Αναζητώντας τους Ομηρικούς Ήρωες: Η Εέλιξη της Προϊστορικής Αρχαιολογίας του Αιγαίου» (Ιούλιος 1990), η οποία πραγματοποιήθηκε σε μια εποχή, κατά την οποία η φήμη του Σλήμαν είχε καταβαραθρωθεί, πληγωμένη από ισχυρισμούς για υποτιθέμενες  ψευδαισθήσεις του,  απάτες του και κλοπές του, καθώς και από υπονοούμενα ότι ευρήματα όπως ο Θησαυρός του Πριάμου ή η Μάσκα του Αγαμέμνονα ήταν κίβδηλα. Αν αυτές οι κατηγορίες ήταν αληθείς, θα αμφισβητούνταν όλα τα αρχαιολογικά του ευρήματα, κλονίζοντας τα θεμέλια της Αιγαιακής Προϊστορίας. Έτσι, εξεπλάγην από αυτό που ανακάλυψα σε ένα από τα ημερολόγια ανασκαφής του Σλήμαν στις Μυκήνες που συμπεριλαμβάνονταν στην έκθεση. Παρατήρησα ότι είχε συνταχθεί σε άψογα αγγλικά και ρέουσα γραφή. Τότε υπέθεσα, ότι εάν ήταν «παθολογικός ψεύτης», οι ισχυρισμοί του για την ευχέρεια στις ξένες γλώσσες θα αποδεικνύονταν αναληθείς. Αλλά εδώ υπήρχε η απόδειξη ότι δεν έλεγε ψέματα για τις γλωσσικές του ικανότητες. Ίσως οι αρχαιολογικοί του ισχυρισμοί να ήταν επίσης αληθινοί; Μήπως η αναθεωρητική τάση για τον Σλήμαν να το είχε, πλέον, παρατραβήξει; Από εκείνη τη στιγμή αποφάσισε να ανακαλύψω κατά πόσο η αρχαιολογία του Σλήμαν μπορούσε να είναι αξιόπιστη ή όχι. Η έρευνα που προέκυψε βοηθά στην υποστήριξη της άποψης ότι οι αρχαιολογικές ικανότητες του Σλήμαν, ήταν αντάξιες του ονόματός του.

Κωνσταντίνος Ι. Στεφανής

Επικεφαλής Συλλογής Ευστάθιου Ι. Φινόπουλου, Μουσείο Μπενάκη

Αφίσα θεατρικής παράστασης για την Πολιορκία του Μεσολογγίου (1826)

Ανάμεσα στους πολυάριθμους θησαυρούς που υπάρχουν στα λευκώματα αποκομμάτων του Ιωάννη Γενναδίου είναι μια σπάνια αφίσα που διαφήμιζε ένα «Νέο Μεγάλο και Εντυπωσιακό Θέαμα της ΠΟΛΙΟΡΚΙΑΣ του ΜEΣΟΛΟΓΓΙΟΥ ή της ΣΦΑΓΗΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ».

Μόλις τρεις μήνες μετά την Έξοδο του Μεσολογγίου – ένα τραγικό γεγονός στην ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης, που τροφοδότησε τα φιλελληνικά αισθήματα σε όλη την Ευρώπη και τις Ηνωμένες Πολιτείες – ένα νέο θεατρικό έργο του Τζ. Χ. Άμχερστ ανέβηκε στο Βασιλικό Αμφιθέατρο (το Άσλεϊ), στη Γέφυρα του Γουέστμινστερ (24 Ιουλίου 1826).

Η αφίσα του Γενναδίου παρέχει πληθώρα πληροφοριών σχετικά με αυτό το συγκεκριμένο «ιππικό μελόδραμα», το οποίο περιλάμβανε «δαπανηρά ενδύματα και διακοσμήσεις», όλα «βασισμένα σε πρόσφατα ιστορικά γεγονότα». Οι ιππικές αναπαραστάσεις, οι μάχες, οι παρελάσεις και όλες οι σκηνικές δρώμενα ερμηνεύτηκαν από τον κ. Ντούκροου, έναν διάσημο καλλιτέχνη τσίρκου, διάσημο για τις ιππικές του παραστάσεις, ειδικά στο Αμφιθέατρο του Άσλεϊ.

Η παράσταση περιλάμβανε ένα «Θριαμβευτικό μπαλέτο», εξωτικούς χαρακτήρες όπως τη «Ζονγκόντα, μια περιπλανώμενη Αρμένια προφήτισσα, που ερμηνεύει ένα τραγούδι μαγικής επωδού», το «Ελληνικό Πολεμικό Άσμα» του Λόρδου Βύρωνα που απευθυνόταν σε αυτόν τον «ηρωικό λαό» για να ξεσηκωθεί για την Ανεξαρτησία του, μια «πιστή εικόνα του φρικτού λιμού», καθώς και τις «ηρωικές αποφάσεις των Ελλήνων να υπομείνουν κάθε ακρότητα, αντί να υποταχθούν στους καταπιεστές τους».

Στα προηγούμενα χρόνια, διάφορες παραστάσεις ήταν εμπνευσμένες από άλλα γεγονότα της Ελληνικής Επανάστασης, όπως μία αφιερωμένη στον διαβόητο τύραννο της Ηπείρου, τον «Αλή Πασά» (1822), ή μία άλλη με τίτλο «Η Εξέγερση των Ελλήνων ή η Κόρη των Αθηνών» (1824), μετά τον θάνατο του Λόρδου Βύρωνα στο Μεσολόγγι.

Αυτά τα επίκαιρα θεατρικά έργα, λίγα από τα οποία έχουν διασωθεί, αποτελούν υπενθύμιση και μαρτυρία ενός άκρατου φιλελληνισμού, φιλελευθερισμού και ανθρωπιστικής αλληλεγγύης για τις φρικτές φρικαλεότητες του πολέμου. Αυτά τα έργα συνδύαζαν γεγονότα της πραγματικής ζωής, εξωτισμό, ρεπορτάζ, θαυμασμό για το κλασικό παρελθόν και χριστιανικές αξίες, σε αντίθεση με τον οθωμανικό πολιτισμό, το Ισλάμ και την υποδούλωση.

Κύριος σκοπός τέτοιων θεατρικών παραστάσεων ήταν μεν, η δημιουργία ενός δημόσιου θεάματος για ένα μαζικό κοινό, ωστόσο, ψυχαγωγούσαν και ενημέρωναν ταυτόχρονα το κοινό, παρουσιάζοντας ιστορικά γεγονότα και πρόσωπα, εξοικειώνοντάς το με μακρινές χώρες. Το σκηνικό αυτών των θεαμάτων βασιζόταν σε τοπογραφικά σχέδια και χαρακτικά, τα οποία αναπαράγονταν σε δημοσιεύσεις περιηγητών που είχαν επισκεφτεί την Ελλάδα, όπως ο Λόρδος Μπάιρον, ο Τζον Καμ Χόμπχαους, ο Έντουαρντ Ντόντγουελ κ.ά.

Αυτές οι μαζικά προσανατολισμένες ψυχαγωγίες επηρέασαν την κοινή γνώμη με τον ίδιο τρόπο όπως και τα άρθρα, οι γκραβούρες και οι εικόνες που δημοσιεύονταν σε περιοδικά και εφημερίδες, οι οποίες άφησαν μακροχρόνιες εντυπώσεις στο μυαλό του κοινού και προκάλεσαν συμπάθειες για έναν δίκαιο σκοπό: την ανεξαρτησία ενός έθνους με ξεχωριστή κλασική κληρονομιά, από την οθωμανική κυριαρχία. .  

H θεατρική αφίσα είναι κολλημένη στο λεύκωμα αποκομμάτων 34, τόμος Ι, που είναι αφιερωμένο στην Ελληνική Επανάσταση (Object ID:6686 | Spread:s019 | Scrap Book:34 | Volume:1 | Scrapbookname: Ιστοριογραφία Δ΄ Ελληνική Επανάστασις.)

Είναι η μετάφραση από τον Λόρδο Βύρωνα, του διάσημου ποιήματος του Ρήγα Βελεστινλή «Θούριος», το οποίο εκδόθηκε για πρώτη φορά στο Childe Harold's Pilgrimage. A romaunt, London: John Murray, 1812.

 

Edward Trofimov

Υπότροφος Constantine και George Macricostas 2025-2026

Επέλεξα το Λεξικό της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669 του διάσημου Έλληνα φιλολόγου Εμμανουήλ Κριαρά (1906–2014), καθώς έχει αποτελέσει ένα εξαιρετικά χρήσιμο εργαλείο για την έρευνά μου. Εργάζομαι με θρησκευτικά κείμενα, «λαϊκής προέλευσης» της μέσης και της ύστερης βυζαντινής περιόδου, δηλαδή εξομολογητάρια, κηρύγματα και βίους αγίων. Για αυτά τα κείμενα, τα κλασικά λεξικά της αρχαίας και πατερικής ελληνικής συχνά φαίνονται ανεπαρκή, καθώς δεν περιλαμβάνουν μεσαιωνικό λεξιλόγιο, ιδίως λεξιλόγιο ιδιωματικού χαρακτήρα. Δυστυχώς, αυτή τη στιγμή, δεν υπάρχει ένα ολοκληρωμένο λεξικό της βυζαντινής ελληνικής που να περιλαμβάνει λεξιλόγιο από όλες τις  υπάρχουσες πηγές. Επομένως, το ογκώδες λεξικό του Κριαρά είναι απαραίτητο για τους βυζαντινολόγους που ασχολούνται με κείμενα που συντάχθηκαν για ένα κοινό που ήταν απομακρυσμένο από τους γλωσσικά αρχαϊστικούς κύκλους της ελίτ της Κωνσταντινούπολης. Πρόσφατα, το Λεξικό του Κριαρά με βοήθησε να αποκωδικοποιήσω την ακριβή σημασία του όρου «συστατικόν», τον οποίο βρήκα στον τίτλο ενός σύντομου κειμένου από ένα χειρόγραφο μετανοίας του δέκατου πέμπτου αιώνα που φυλάσσεται στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος. Στα νέα ελληνικά, η λέξη «συστατικό» σημαίνει «συστατικό». Στα μεσαιωνικά ελληνικά, ωστόσο, αυτός ο όρος θα μπορούσε να σημαίνει μια συστατική επιστολή που παρέχεται από έναν επίσκοπο σε έναν ιερέα που έχει τοποθετηθεί στη νέα του ενορία. Έτσι, η σημασία του κειμένου με τίτλο «συστατικόν ἱερέως» γίνεται σαφής.  

Νίκη Τσιρώνη

Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών – Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών

Η Γεννάδειος Βιβλιοθήκη, περιώνυμη για την πλούσια συλλογή χειρογράφων, σπάνιων βιβλίων και μοναδικών αντικειμένων, παρείχε ένα οικείο και εμπνευσμένο σκηνικό για το Διεθνές Συνέδριο με θέμα «Το Βιβλίο στο Βυζάντιο: Βυζαντινή και Μεταβυζαντινή Βιβλιοδεσία», το οποίο πραγματοποιήθηκε τον Οκτώβριο του 2005. Η αρχιτεκτονική κομψότητα και το γαλήνιο περιβάλλον της βιβλιοθήκης έδωσαν τον ιδανικό τόνο για επιστημονικό διάλογο και διερεύνηση της βυζαντινής και μεταβυζαντινής βιβλιοδεσίας. Η επιμελημένη επιλογή από τη Βαγγελιώ Τζανετάτου, που παρουσιάστηκε στους συμμετέχοντες του Συνεδρίου, όχι μόνο ανέδειξε την καλλιτεχνική ομορφιά των βιβλιοδεσιών, αλλά και απεικόνισε την εξέλιξη των τεχνικών και στυλ κατά τη διάρκεια όλης της βυζαντινής Ιστορίας. Κάθε βιβλιοδεσία αφηγούνταν και ένα αφήγημα, αντανακλώντας τις πολιτιστικές, θρησκευτικές και καλλιτεχνικές επιρροές της εποχής της.

Οι εισηγήσεις και οι συζητήσεις, κατά τη διάρκεια του Συνεδρίου εμπλουτίστηκαν από την απτή σύνδεση με τα υλικά υπό παρουσίαση. Ακαδημαϊκοί και ενθουσιώδες κοινό, είχαν τη σπάνια ευκαιρία να εξετάσουν από κοντά αυτά τα ιστορικά αντικείμενα, καλλιεργώντας μια βαθύτερη εκτίμηση για την τέχνη που εμπλέκεται με τη δημιουργία τους. Οι παρατηρήσεις που αντάλλαξαν μεταξύ των συμμετεχόντων υπήρξαν ζωντανές και οξυδερκείς, καθώς τα μοναδικά χαρακτηριστικά κάθε βιβλιοδεσίας πυροδότησαν συζητήσεις σχετικά με τη σημασία, τη διατήρησή τους και το ευρύτερο πλαίσιο της βυζαντινής λογοτεχνίας. Η Δρ Μαρία Γεωργοπούλου και η Ειρήνη Σολομωνίδη έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην ενθάρρυνση αυτής της διάδρασης, καθοδηγώντας τους συμμετέχοντες στη συλλογή, με τη βαθιά γνώση και το πάθος τους για το θέμα. Η συνεισφορά τους όχι μόνο ανέδειξε τους θησαυρούς της Βιβλιοθήκης, αλλά, επίσης, υπογράμμισαν τη σημασία της συνεργασίας μεταξύ ακαδημαϊκών και ιδρυμάτων στον τομέα των βυζαντινών σπουδών.

Οι αντιδράσεις των διακεκριμένων ομιλητών, συμπεριλαμβανομένου του αείμνηστου Διευθυντή Paul Canart, ήταν μια απόδειξη του βαθύτατου αντίκτυπου που μπορούν να έχουν τέτοιες εμπειρίες. Το να βλέπουμε τον θαυμασμό και τον ενθουσιασμό τους ενίσχυσε την ιδέα ότι η Γεννάδειος Βιβλιοθήκη δεν είναι απλώς ένα αποθετήριο βιβλίων, αλλά ένα ζωντανό κέντρο πνευματικής ενασχόλησης και πολιτιστικής διατήρησης.

Η εκδήλωση αυτή άφησε ανεξίτηλο το σημάδι της σε όλους όσους παρευρέθηκαν, καλλιεργώντας επαφές που θα επεκταθούν πέρα ​​από το ίδιο το Συνέδριο. Η μοναδική εμπειρία στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη όχι μόνο ενίσχυσε την κατανόησή μας για τη βυζαντινή βιβλιοδεσία, αλλά και εμβάθυνε την εκτίμησή μας για τη διαχρονική κληρονομιά του βυζαντινού πολιτισμού και την επιρροή του στον κόσμο της λογοτεχνίας και της τέχνης. Οι αναμνήσεις εκείνης της ημέρας παραμένουν μια αγαπημένη υπενθύμιση της δύναμης της γνώσης, της συνεργασίας και της ομορφιάς των ιστορικών αντικειμένων. 

Gonda Van Steen

Έδρα Κοραή, King’s College του Λονδίνου

Μια εικόνα χίλιες λέξεις

Το ήξερα ότι θα έβγαινε στην επιφάνεια κάποτε, και περίμενα, επίσης, ότι θα ξεπηδούσε από τα αρχεία της Γενναδείου Βιβλιοθήκης... Ποιο πράγμα;  Η εικόνα που θα αποτύπωνε τις υλικές δυσκολίες και τις προσπάθειες επανάκαμψης της Ελλάδας στα μέσα του εικοστού αιώνα, στον κυκλώνα της ταραγμένης μετάβασης από τον Εμφύλιο Πόλεμο στον Ψυχρό Πόλεμο. Και να που υπήρχε μια τέτοια φωτογραφία στο Αρχείο της Λουκίας Ευστρατιάδη: η φωτογραφία ενός Έλληνα ιερέα μπροστά σε ένα κατεστραμμένο τέμπλο, το οποίο όμως  ξαναχτίστηκε με χαρτόκουτα, με έναν τρόπο που κάποτε χαρακτήριζε την ένδεια της χώρας, ενώ τώρα βρισκόταν ενώπιον της οικονομικής αφθονίας της ελεύθερης αγοράς των ΗΠΑ. «Αλατισμένη κρέμα βουτύρου», γράφουν πάνω τους τα κουτιά, ενώ εξακολουθούν να είναι επίσης ορατά τα αποτυπώματα ή τα περιγράμματα από τις μεγάλες κονσέρβες που κάποτε περιείχαν. «Δωρεά από τον λαό των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής», συνεχίζουν. «Δεν επιτρέπεται η πώληση ή η ανταλλαγή» - για την περίπτωση που υπήρχε οποιαδήποτε αμφιβολία. Και, κάπως σαρκαστικά γράφουν επίσης: «Να διατηρείται στο ψυγείο». Είναι μια εικόνα που περιγράφει δυσκολίες και ανάκαμψη, εκκλησία και κράτος, συνυφασμένων με την  ανθρωπιστική βοήθεια που ξεπροβάλλει ως μία νεοφανής, πρακτική θρησκεία – αλλά πάνω απ' όλα, το ανθεκτικό ελληνικό πνεύμα.

Ευχαριστώ το προσωπικό της Γεννάδειου Βιβλιοθήκης που μου επέτρεψε να αναπαράξω τη φωτογραφία και που μου έδωσε την άδεια να τη χρησιμοποιήσω σε μελλοντική μου δημοσίευση.

Παραπομπή: Αρχείο Λουκίας Ευστρατιάδη, (misc. dates). Βασιλική Πρόνοια, 1954–1970. MSS 890 Τμήμα 3: Φωτογραφικό υλικό. Αθήνα: Γεννάδειος Βιβλιοθήκη της Αμερικανικής Σχολής Κλασικών Σπουδών στην Αθήνα, Ελλάδα. 

Μαρία Βασιλάκη

Ιστορικός Τέχνης

Η ιστορία που θα διηγηθώ είναι τόσο παλιά, όσο κι εγώ. Όμως ακόμη πιό παλιά είναι η Γεννάδειος Βιβλιοθήκη, που φέτος συμπληρώνει 100 χρόνια από την ίδρυσή της. Με αφορμή την επέτειο αυτή, ανατρέχω στην πρώτη μου επίσκεψη εκεί, ως φοιτήτρια, και στο πρώτο βιβλίο που κράτησα στα χέρια μου: την Ερμηνεία της ζωγραφικής τέχνης του Διονυσίου του εκ Φουρνά.

Ήταν τα χρόνια της Δικτατορίας και είχα μόλις ξεκινήσει τις σπουδές μου στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών. Πολλοί διακεκριμένοι καθηγητές είχαν απομακρυνθεί λόγω πολιτικών φρονημάτων και τα πρώτα μαθήματα, στο κατάμεστο αμφιθέατρο της οδού Σόλωνος, ήταν απογοητευτικά. Μια μέρα, καθισμένη στα άβολα καθίσματα του αμφιθέατρου, γνώρισα έναν φοιτητή του τρίτου έτους, που μου είπε πως σκόπευε να ειδικευτεί στη Βυζαντινή τέχνη και παρακολουθούσε, παράλληλα, μαθήματα αγιογραφίας. Οι συζητήσεις μας συνεχίστηκαν κι άλλες φορές. Σε μια από αυτές αναφέρθηκε στον Διονύσιο από τον Φουρνά Ευρυτανίας και το εγχειρίδιό του, Ερμηνεία της ζωγραφικής τέχνης. Κατάλαβε ότι δεν είχα ξανακούσει ούτε για το συγγραφέα, αλλά ούτε και για την Ερμηνεία του και με προέτρεψε να το αναζητήσω στη Γεννάδειο.

Μέχρι τότε γνώριζα το κτήριο της Γενναδείου μόνο εξωτερικά και όταν βρέθηκα στο εσωτερικό του, εντυπωσιάστηκα. Με τη βοήθεια ενός πρόθυμου βιβλιοθηκονόμου εντόπισα τις εκδόσεις της Ερμηνείας. Η πρώτη, του 1845, έγινε στα γαλλικά, από τον A.-Ν. Didron, η δεύτερη, του 1855, ήταν στα Γερμανικά, και ακολούθησε, το 1900, η έκδοση στο πρωτότυπο κείμενό της, τα Ελληνικά, από τον Αθανάσιο Παπαδόπουλο-Κεραμέα, στην Αγία Πετρούπολη, με δαπάνες της Αυτοκρατορικής Ρωσικής Αρχαιολογικής Εταιρείας. Αναχωρώντας από τη Γεννάδειο, ώρες αργότερα, γνώριζα πια, πως ο μοναχός Διονύσιος είχε συγγράψει την Ερμηνεία της ζωγραφικής τέχνης, μεταξύ των ετών 1727 – 1733, στο Άγιον Όρος, με τη βοήθεια του μαθητή του Κύριλλου από τη Χίο.

Αν και η τελική μου απόφαση να γίνω ιστορικός της Βυζαντινής Τέχνης διαμορφώθηκε πολύ αργότερα, η πρώτη εκείνη επαφή με την Ερμηνεία, στη Γεννάδειο, υπήρξε τόσο καθοριστική ώστε να αποτελεί, μέχρι σήμερα, βασικό βοήθημα στις έρευνές μου για την εικονογραφία, την τέχνη και την τεχνολογία της θρησκευτικής ζωγραφικής μετά την Άλωση. 

Catherine Volmensky

Υποψήφια Διδάκτορας, Πανεπιστήμιο British Columbia. Υπότροφος M. Alison Frantz 2025-2026

Στο ταξιδιωτικό βιβλίο του Τσαρλς Τόμπσον, του 1752, υπάρχουν δύο παραστάσεις από το εσωτερικό του Ναού του Παναγίου Τάφου και ένα τμήμα του αστικού τοπίου της Ιερουσαλήμ. Ως ιστορικός τέχνης που ασχολούμαι με  τα χρυσοκέντητα εκκλησιαστικά υφάσματα της βυζαντινής και οθωμανικής περιόδου, ενδιαφέρομαι να ανιχνεύσω τι μπορούν  να μας πουν αυτές οι παραστάσεις ως προς τη διάδοσή τους και την επίδρασή τους με τις κεντημένες σκηνές του Πανάγιου Θρήνου.

Στον Επιτάφιο που φιλοτέχνησε η Δεσποινέτα (1682), ο οποίος εκτίθεται στο Μουσείο Μπενάκη, η κεντήτρια τοποθετεί το περιβάλλον των Παθών του Χριστού στο θολωτό κιβώριο και ανάμεσα σε τέσσερις κρεμαστές κανδήλες. Όταν εξετάζω επιτάφιους (δηλαδή πέπλα λιτανείας) με πολύπλοκες συνθέσεις, είμαι πάντα περίεργη να μάθω για τον τρόπο, με τον οποίο οι κεντήτριες απέκτησαν εικόνες των εσωτερικών χώρων του Ναού του Παναγίου Τάφου, καθώς κρεμαστές κανδήλες εμφανίζονται στο φόντο πολλών πέπλων του 17ου και του 18ου αιώνα. Κανδήλες και  κιβώρια που είναι κεντημένα στα επιτάφια πέπλα θυμίζουν το Κιβώτιο που περιέχει τον Τάφο του Χριστού, τη Ροτόντα και την περιοχή γύρω από την Πέτρα του Ευχελαίου. Στην κάτω δεξιά σκηνή της παράστασης, σαράντα τέσσερις κανδήλες φωτίζουν το εσωτερικό του Τάφου του Χριστού. Μέσω της διάδοσης του χαρακτικού, αυτή η εικόνα αναμφίβολα κυκλοφόρησε ευρέως. Πιστεύω ότι τα χαρακτικά των ταξιδιωτικών βιβλίων, όπως το παράδειγμα που αναφέραμε, βοηθούν στο να δοθεί εξήγηση για το τρόπο,  με τον οποίο, κυκλοφορούσαν εικόνες της Ιερουσαλήμ σε τόπους και μέσα. 

Νικόλαος Βρυζίδης

Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής

Άποψη της πεδιάδας της Λάρισας από έναν οικισμό κοντά στην πόλη. Στιγμιότυπο της καθημερινής ζωής στο χωριό.

Ένα από τα πιο απαιτητικά καθήκοντα για μένα ως ακαδημαϊκό είναι να οπτικοποιήσω το πλαίσιο στο οποίο δημιουργήθηκε ένα τεχνούργημα. Ενώ τα απτά κατάλοιπα παρέχουν ανεκτίμητες πληροφορίες από πρώτο χέρι για τα υλικά και τις τεχνικές που χρησιμοποιήθηκαν, αυτά δεν μπορούν να αντικαταστήσουν τις οπτικές πηγές, οι οποίες προσφέρουν μια βαθύτερη κατανόηση των συνθηκών, μέσα στις δημιουργήθηκαν αυτά τα τεχνουργήματα. Ανεξάρτητα από την «αλήθεια» ενός ζωγράφου ή χαράκτη, ο αντίκτυπος μιας εικόνας που απεικονίζει μια διαδικασία μπορεί συχνά να είναι πιο ισχυρός και αποκαλυπτικός από τα ίδια τα αντικείμενα. Αυτή η συνειδητοποίηση ήρθε σε μένα κατά τη διάρκεια της ανασκόπησης της βιβλιογραφίας για την παραγωγή και κατανάλωση υφασμάτων στην Οθωμανική Θεσσαλία. Προς έκπληξή μου, ο ιστορικός Σωκράτης Πετμεζάς, υποστήριξε ότι η κινητήρια δύναμη πίσω από την πρώιμη βιομηχανοποίηση της Ανατολικής Θεσσαλίας, εντοπιζόταν σε αγροτικά, συχνά οικιακά εργαστήρια υφαντικής. Σε μια προσπάθεια να διερευνήσω αυτό το θέμα, έψαξα στις συλλογές της Γενναδείου Βιβλιοθήκης για οπτικές πηγές της παραγωγής υφασμάτων στη Θεσσαλία και βρήκα ένα καίριο στοιχείο: μια απεικόνιση από το βιβλίο Views in Greece του Έντουαρντ Ντόντγουελ, που δείχνει γυναίκες να ασχολούνται με οικιακές εργασίες, συμπεριλαμβανομένου ενός μηχανήματος που φαίνεται να γνέθει κλωστή, σε ένα χωριό έξω από τη Λάρισα. Αν και ελάσσονος σημασίας  ανακάλυψη από μόνη της, αυτή η εικόνα εμβάθυνε την κατανόησή μου για την πρώιμη βιομηχανοποίηση στην Ελλάδα του δέκατου ένατου αιώνα και μου πυροδότησε την επιθυμία για περαιτέρω έρευνες σε σχετικά αντικείμενα. . 

Πηγή: Άποψη της πεδιάδας της Λάρισας από οικισμό κοντά στην πόλη. Στιγμιότυπο της καθημερινής ζωής στο χωριό. - DODWELL, Edward - ΑΠΟΨΕΙΣ ΤΟΥ ΠΕΡΙΗΓΗΤΗ - Τόποι - Μνημεία - Άνθρωποι Νοτιοανατολικής Ευρώπης - Ανατολική Μεσόγειος - Ελλάδα - Μικρά Ασία - Νότια Ιταλία, 15ος-20ός αιώνας

Μαρία Γιουρούκου

Φιλόλογος – Παλαιογράφος

Georg W. Graf von Rumpf:  Collection of 156 original costume drawings of the Ottoman Empire [album]

Η μεθοδικότητα με την οποία ο Ιωάννης Γεννάδιος προσέγγιζε τα αποκτήματα της βιβλιοθήκης του αποτυπώνεται, νομίζω, σε ένα ιδιόχειρο σημείωμα σταχωμένο στο λεύκωμα με τις ενδυμασίες που φιλοτέχνησε στα τέλη του 18ου αιώνα ο καλλιτέχνης που έχει ταυτιστεί με τον Georg W. Graf von Rumpf. Τα σχέδια απεικονίζουν κατοίκους των νησιών του Αιγαίου πελάγους, της Σμύρνης και της Κωνσταντινούπολης, και αξιωματούχους της αυλής του Σουλτάνου. Ο Γερμανός Johann Hermann von Riedesel στο βιβλίο του Remarques d'un voyageur moderne au Levant (γαλλική μετάφραση, Άμστερνταμ 1773 [GT 667]) διέσωσε την πληροφορία για κάποιον Γερμανό κόμη Rumpf, νυμφευμένο με Ναξιώτισσα από οίκο ευγενών, ο οποίος ζούσε στην Νάξο με την οικογένειά του (περί το 1760-1770), όπου και τον συνάντησε ο ίδιος το 1768.

Για μένα προσωπικά, τα σχέδια που εμπνεύσθηκε ο Rumpf από την Νάξο, με τύπους της τοπικής κοινωνίας –άνδρες και γυναίκες, άρχοντες και βοσκούς, κυρίες και υπηρέτριες– αποτέλεσαν τον ζωντανό κρίκο που ένωσε τα δεκάδες ψήγματα αρχειακών πληροφοριών που είχα συγκεντρώσει από έρευνα σε προξενικά και κοινοτικά αρχεία του νησιού με τα στιγμιότυπα της καθημερινής ζωής στα οποία επικεντρωνόταν η μελέτη που διεξήγαγα. Και η σύνδεση αυτή δεν θα ήταν δυνατή χωρίς το λεύκωμα που συγκρότησε και μας κληροδότησε ο Γεννάδιος. 

Alessia Zambon

Πανεπιστήμιο Paris-Saclay. Υπότροφος Cotsen Traveling 2011-2012

Ανάμεσα στα μοναδικά και πολύτιμα έγγραφα της Γενναδείου Βιβλιοθήκης, η έρευνά μου ωφελήθηκε σε μεγάλο βαθμό από ένα μικρό χειρόγραφο τετράδιο σχεδίασης (αρ. A305.5B) που περιέχει πολύτιμες πληροφορίες για συλλογές αρχαιοτήτων στην Αθήνα των αρχών του 19ου αιώνα. Το χειρόγραφο έχει τίτλο: Συλλογή Εβδομήντα Πέντε Σχεδίων που Εκτελέστηκαν στην Ελλάδα για τον Λόρδο Γκίλφορντ. Ο Φρέντερικ Νορθ (1766 –1827), πέμπτος Κόμης του Γκίλφορντ από το 1817, ταξίδεψε στην Ελλάδα αρκετές φορές: πρώτα μεταξύ 1788 και  1791, στη συνέχεια, μεταξύ 1811 και 1813 και ξανά από το 1823 και μετά. Ένα από τα σχέδια απεικονίζει τον Γουίλιαμ Γκελ μπροστά από τον τοίχο της Πνύκας, επιτρέποντάς μας να χρονολογήσουμε αυτά τα σχέδια με μεγαλύτερη ακρίβεια στα 1812 ή 1813, όταν ο μελετητής βρισκόταν στην Αθήνα, ταυτόχρονα με τον Λόρδο Γκίλφορντ. Αν και ο συγγραφέας του τετραδίου παραμένει ανώνυμος, οι ελληνικές λεζάντες υποδηλώνουν ότι ο καλλιτέχνης ήταν πιθανώς Έλληνας. Υποψιάζομαι ότι μπορεί να ήταν ο Σπυρίδων Τρικούπης, ο οποίος υπήρξε ο γραμματέας του Λόρδου Γκίλφορντ εκείνη την εποχή. Τα σχέδια με μολύβι και μελάνι απεικονίζουν μνημεία in situ και αρχαιότητες που ανήκαν σε διάφορους συλλέκτες, συμπεριλαμβανομένου του Λόρδου Γκίλφορντ και του Γάλλου υποπρόξενου Φωβέλ. Η αναζήτηση αυτών των αντικειμένων μου επέτρεψε να εντοπίσω μερικά από αυτά σε μουσεία όπως το Λούβρο, το Βρετανικό Μουσείο και σε κάποια μουσεία της Αθήνας επίσης, ρίχνοντας νέο φως στην ιστορία των συλλογών.

Σίμος Ζένιος

Πανεπιστήμιο Stonybrook. Υπότροφος M. Alison Franz 2015-2016 & Υπότροφος Cotsen Traveling 2018-2019

Ο Ιωάννης Γεννάδιος εξηγεί στο προτασσόμενο χειρόγραφο σημείωμά του ότι η γερμανική αυτή ανθολογία του 1824, που περιλαμβάνει πρόσφατα πατριωτικά ελληνικά κείμενα, επικυρώνει μια «εικασία» που είχε προτείνει ο ίδιος το 1903. Δύο χρόνια, δηλαδή, πριν την απόκτηση του «βιβλιαρίου τούτου», δύο χρόνια πριν διαβάσει στις σελίδες του τον τίτλο «Lieder von Korai», ο μετέπειτα ιδρυτής της Γενναδείου Βιβλιοθήκης είχε ταυτίσει τον συγγραφέα του Άσματος Πολεμιστηρίου (1800), του επιδραστικότερου ίσως επαναστατικού τραγουδιού της περιόδου: “[Ο] Κοραής ην ο ποιήσας”.

Η συγγραφική πατρότητα, ωστόσο, δεν είναι αξίωση κυριότητας. Η τεκμηρίωσή της δεν περατώνει τη φιλολογική εργασία που στρέφεται να εξετάσει και τη μετέπειτα ζωή του Άσματος, ακόμα και με θετούς γονείς. Σε πλαίσια δηλαδή που αφίστανται ποικιλότροπα από το «πρώτο έτος της ελευθερίας» — έτσι αναγράφεται η χρονολογία στο εξώφυλλο της αρχικής έκδοσης. Η ανάγνωση αυτή οφείλει να διασώσει τόσο την ετερογένεια όσο και τη συνέχεια μεταξύ των «Γραικογάλλων» του 1800 και των «Deutschhellenen», των Γερμανοελλήνων του 1824· μεταξύ του πολιτικού και του εθνικού επαναστατικού λόγου· μεταξύ του προπαγανδιστικού θούριου και της ποιητικής ανθολογίας.

Μια παρόμοιας φοράς ανάγνωση, που δεν παραγράφει τον σκόπιμα αγνώστου πατρός χαρακτήρα της έκδοσης του 1800, μπορεί να επανεξετάσει σημεία αναφοράς του Άσματος πέραν του «πλαισίου των πηγών και επιδράσεων». Μπορεί να διακρίνει έτσι νέους αστερισμούς στο κοραϊκό σύμπαν. Την επαναστατική βία, λόγου χάρη, ως μέσο αναγέννησης μαζί με την παιδεία, αλλά και τη σκηνοθεσία της πρώτης ως δημόσιας εκτέλεσης, ως θεάματος, και ως γιορτής. 

Η μελέτη των απρόσμενων αυτών κρυσταλλώσεων αναδεικνύει τη δυναμική και πειραματική διάσταση της μετάπλασης του επαναστατικού λεξιλογίου. Υπογραμμίζει, ισόποσα, το δομικό ρόλο που παίζει στη διαδικασία αυτή το πεδίο του πολιτισμού και της λογοτεχνίας.